ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

'' ΛΗΘΗ '' ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

Ο Λορέντζος Μαβίλης είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων μας και όχι μόνο. Υπήρξε κάποτε αγαπημένος ποιητής πολλών και η σχετική βιβλιογραφία για το έργο του δεν είναι ευκαταφρόνητη. […] Ολιγογράφος αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητος ποιητής σονέτων, ανήκει στην επτανησιακή παράδοση, όπως διαμορφώνεται από τον Σολωμό και τους επιγόνους του και κυρίως από τον δάσκαλό του και στενό φίλο, τον Πολυλά. Γνωρίζει πολλές γλώσσες και μεταφράζει ποικίλα κείμενα: από το ινδικό έπος της Μαχαμπχαράτα το επεισόδιο «Νάλας και Νταμαγιάντη», τον Σαούλ του Ρ. Μπράουνιγκ, αποσπάσματα από την Αινειάδα του Βιργιλίου και από έργα των Schiller, Goethe, Βύρωνα, Φώσκολου κ.ά.
Φλογερός πατριώτης και οραματιστής, εγκαταλείπει τελικά την «απραξία» και συμμετέχει ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους: το 1896 μάχεται στην επαναστατημένη Κρήτη, το 1897 βρίσκεται, με δικό του εθελοντικό σώμα, στα βουνά της Ηπείρου, όπου και τραυματίζεται. Μερικά χρόνια αργότερα ο Βενιζέλος τον παίρνει στο επιτελείο του και το 1910 εκλέγεται βουλευτής στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή. Ο λόγος του στη Βουλή (16.2.1911) για το «γλωσσικό» άρθρο 107 του Συντάγματος αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική γλώσσα και σταθμό στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος: ο δημοτικιστής Μαβίλης (δες το πολεμικό τουσονέτο «Μαλλιαρός») υπερασπίζεται την ευγένεια της δημοτικής («χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι»), δέχεται όμως ότι η γλώσσα του λαού πρέπει να καλλιεργηθεί και να εμπλουτισθεί από «ολόκληρον την κληρονομίαν του παρελθόντος». Αυτός είναι και ένας λόγος για τον οποίο υπερασπίζεται με θέρμη τη μετάφραση της Οδύσσειας του Πολυλά […].
 Γιώργης Γιατρομανωλάκης, «Ο ποιητής-πολεμιστής Λορέντζος Μαβίλης», εφ. Το Βήμα, 13 Οκτ. 2002.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
ΛΗΘΗ
       ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ:
1.Είναι ολιγόστιχο και αποτελείται από 14 στίχους, οργανωμένους σε 4 στροφές.
2.Οι 2 πρώτες στροφές είναι τετράστιχες και οι δύο τελευταίες τρίστιχες.
3.Το σονέτο έχει περίπλοκες ομοιοκαταληξίες. Στη «Λήθη» οι 2 πρώτες στροφές έχουν σταυρωτή ομοιοκαταληξία, ενώ οι 2 τελευταίες στροφές, αν τις πάρουμε μαζί, σχηματίζουν πλεκτή και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.
4.Το μέτρο του σονέτου είναι ο ιαμβικός ενδεκασύλλαβος στίχος.
5.Στο σονέτο ο ποιητής επιδιώκει τη μουσικότητα και την υποβλητικότητα, η οποία επιτυγχάνεται με την προσεκτική επιλογή των λέξεων.
6.Το βάρος του νοήματος του σονέτου πέφτει συνήθως στην τελευταία στροφή.                                  

Ο ΤΙΤΛΟΣ:Μολονότι ο τίτλος είναι «Λήθη», εντούτοις η λέξη δε χρησιμοποιείται στο κείμενο, αλλά στη θέση της βρίσκουμε την λέξη «λησμονιά». Παρ’ όλα αυτά η χρήση της λέξης «λήθη» ως τίτλου ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενο του έργου, αφού σχετίζεται και με τη λήθη των νεκρών, αλλά σχετίζεται και με την έλλειψή της στους ζωντανούς, δηλαδή με το γεγονός ότι δεν μπορούν να ξεχάσουν τις πίκρες τους.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Το κείμενο χαρακτηρίζεται από μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και μελαγχολίας. Ο Μαβίλης είναι επηρεασμένος εδώ από την απαισιόδοξη φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου Σοπενχάουερ καθώς και από το πνεύμα της ινδουιστικής και βουδιστικής θρησκείας, η οποία θεωρεί τη ζωή ως ένα είδος τιμωρίας των ανθρώπων.
ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ ΣΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:
Ο ποιητής μάς δίνει ένα μέρος της γεωγραφίας του Κάτω Κόσμου, όπως τον φαντάζονταν οι αρχαίοι και όπως επιβίωσε στη δημοτική παράδοση. Αναφέρει την πηγή της «Λήθης», από την όποια αν πιουν οι ψυχές ξεχνούν όσα έζησαν, και το λιβάδι με τους ασφοδέλους, όπου οι ψυχές περιπλανιούνται άσκοπα. Ο Μαβίλης διαφοροποιείται από την αρχαία παράδοση στο εξής: ενώ για τον Πλάτωνα η ψυχή δεν είναι καλό να πιει από το νερό της «Λήθης», για να μην ξεχάσει τις προηγούμενες ζωές της, ο ποιητής μας αυτό το ενδεχόμενο το θεώρει ως κάτι το θετικό, γιατί έτσι η ψυχή ξεχνά τα βάσανα της ζωής.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ:
Οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο παρουσιάζονται να διατηρούν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους:
1.Έχουν ανάγκες (διψούν).
2.Ενεργούν όπως οι άνθρωποι (πίνουν και περπατούν).
3.Έχουν ανθρώπινα συναισθήματα (θυμούνται, ξεχνούν, υποφέρουν)
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ:
Είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ήλιος βασιλεύει και αρχίζει η νύχτα. Είναι ώρα ανάπαυσης και ξεκούρασης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ώρα περισυλλογής (αυτοσυγκέντρωσης) και στοχασμού. Επίσης είναι η ώρα των αναμνήσεων, κατά την οποία μπορεί κάνεις να θυμηθεί ό,τι τον βασάνισε στο παρελθόν ή τώρα, δηλαδή είναι και ώρα θλίψης. Τέλος, παραδοσιακά είναι η ώρα των νεκρών.
ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ:
1.Ο ήλιος που δύει και πέφτει το σούρουπο.
2.Οι ψυχές που πίνουν νερό από την πηγή της Λησμονιάς.
3.Το δάκρυ που στάζει και μετατρέπει το νερό σε βούρκο.
4.Το λιβάδι με τους ασφοδέλους, όπου περιπλανιούνται οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο.



ΟΞΥΜΩΡΟ ΣΧΗΜΑ:
«Οξύμωρο» λέγεται το σχήμα του λόγου, στο οποίο συνδυάζονται μεταξύ τους δυο εντελώς αντίθετες έννοιες, τις οποίες δε θα περιμέναμε ποτέ να τις βρούμε τη μια δίπλα στην άλλη. Στο κείμενό μας συναντάμε δυο οξύμωρα: 1) στον πρώτο στίχο τη φράση «καλότυχοι νεκροί» και 2) στον προτελευταίο στίχο τη φράση «τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν».


ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ:
Ο πρώτος και ο τελευταίος στίχος της Λήθης περιέχουν την κοινή λέξη «λησμονώ». Όταν ένα κείμενο αρχίζει και τελειώνει με την ίδια φρασεολογία, τότε λέμε ότι έχουμε το σχήμα του κύκλου.
.
Η ανάλυση του ποιήματος…
  1.  Οι ενότητες του ποιήματος
 
-      πρώτη ενότητα (στροφή 1): Οι καλότυχοι νεκροί
-      δεύτερη ενότητα (στροφή 2,3): Η ανάμνηση των πόνων της ζωής αποτέλεσμα του θρήνου των ζωντανών.
-      τρίτη ενότητα ( στροφή 4): Η δυστυχία των ζωντανών

2. Σχολιασμός των πρώτων λέξεων του ποιήματος


Η αρχή του ποιήματος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, γιατί οι έννοιες καλότυχοικαι νεκροίείναι αντιφατικές και η μια αποκλείει την άλλη, αφού ο θάνατος αποτελεί για τον άνθρωπο το πιο μεγάλο κακό και δεν είναι δυνατό με τη λογική να τον θεωρήσουμε μορφή καλής τύχης. Ωστόσο, ο ποιητής δικαιολογεί τη σύζευξη των δύο αντιφατικών εννοιών (οξύμωρο σχήμα) αμέσως παρακάτω με μια αναφορική-αιτιολογική πρόταση: που λησμονάνε την πίκρια της ζωής.  Θεωρείται λοιπόν «καλή τύχη» ο θάνατος και μακαρίζονται οι νεκροί, επειδή δε βασανίζονται φέρνοντας στο νου τους τις πίκρες, τα βάσανα, τους πόνους που είχαν δοκιμάσει στον επάνω κόσμο.Μάλιστα, κάθε μέρα, το σούρουπο, ανανεώνουν αυτή τη δυνατότητα της λήθης πίνοντας το νερό της λησμονιάς.

 3.Προτροπή για θρήνο προς τους ζωντανούς
Στο στ. 13 ο ποιητής μας προτρέπει να θρηνούμε για τους ζωντανούς και αυτό το αιτιολογεί στον επόμενο στίχο: οι ζωντανοί είναι αξιολύπητοι επειδή υποφέρουν πάντα από την ανάμνηση του πόνου που συνοδεύει τη ζωή και δεν μπορούν να τον διώξουν από τη σκέψη τους. Η πίκρια και οι πόνοι της ζωής, που ξεχνούν οι νεκροί και που δεν μπορούν να ξεχάσσουν οι ζωντανοί, είναι όσα δυσάρεστα μπορεί να συμβούν σε κάποιον στη διάρκεια της ζωής του και όσα βάσανα μπορούν να τον βρουν, όπως ο θάνατος αγαπημένων προσώπων, οι επώδυνες αρρώστιες, η κακή συμπεριφορά των άλλων, η αδικία, η εκμετάλλευση, η φτώχεια.
 
 
4.  Η συλλογιστική πορεία του ποιητή
 
Α. Πρώτη θέση του ποιητή: Οι νεκροί είναι καλότυχοι
Α1.Αιτιολόγηση θέσης: Ξεχνάνε τα βάσανα που είχαν στην επίγεια ζωή πίνοντας στον Κάτω Κόσμο το νερό της Λησμονιάς.
Α2. Συμπέρασμα: Δεν πρέπει να κλαίμε τους νεκρούς, όση θλίψη και να μας προξενεί ο θάνατός τους.
Α2α. Αιτιολόγηση:
-      Αν κλάψουμε, ενδέχεται κάποιο δάκρυ να πέσει στο νερό της Λησμονιάς.
-      Αν πέσει δάκρυ στο νερό της Λησμονιάς, αυτό θα θολώσει και θα χάσει την ιδιότητα της μετάδοσης της λήθης.
-      Αν πιουν οι νεκροί από το θολωμένο νερό,  θα ξαναθυμηθούν τα βάσανα της επίγειας ζωής και θα δυστυχήσουν.
-      Επομένως, κάνουμε κακό στους νεκρούς με το κλάμα μας γι’ αυτούς.
Β. Δεύτερη θέση του ποιητή: Αυτοί για τους οποίους πρέπει να θρηνούμε είναι οι ζωντανοί.
Β1. Αιτιολόγηση θέσης: Οι ζωντανοί είναι δυστυχισμένοι, επειδή ζουν μέσα στα βάσανα της ζωής, που δεν μπορούν να τα βγάλουν από το νου τους, κι ας το θέλουν πολύ.
 
5.  Η γλώσσα του ποιήματος
 
Η γλώσσα του ποιήματος είναι πλούσια, ωστόσο χωρίς μεγαλόστομες και ηχηρές λέξεις. Δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο εκτός από την παρουσία μερικών ιδιωματικών στοιχείων: πίκρια, όντας, ακλουθήσει, α, όθε, βολεί. Το ύφος είναι λιτό και υποβλητικό, με λυρισμό στα σημεία στα οποία δίνονται οι εικόνες.
 
[λυρισμός: σύνολο γνωρισμάτων που συναντάμε στη λογοτεχνία (ποιητικό και πεζό λόγο) τα οποία έχουν να κάνουν με την έκφραση των συναισθημάτων του λογοτέχνη]

6.Μέτρο
Στο ιαμβικό μέτρο έχουμε εναλλαγή μιας άτονης συλλαβής με μια τονισμένη (χωρίζεται σε ζεύγη, δηλαδή, δύο συλλαβών όπου τονίζεται η δεύτερη), χωρίς να συμπίπτει απαραίτητα ο γραμματικός τόνος των λέξεων με τον τόνο του μέτρου. Για παράδειγμα, στον ακόλουθο στίχο το μέτρο λειτουργεί ως εξής:

Α / δε / μπο / ρείς / πα / ρά / να / κλαις / το / δεί / λι


 7.  Σχήματα λόγου του ποιήματος
 
Οξύμωρο:  καλότυχοι νεκροί
Συνεκδοχή: την πίκρια ( αντί: τις πίκριες),
                  λιβάδι’  απ’ ασφεδίλι (αντί: από ασφοδίλια)
Μεταφορά: κρουσταλλένια βρύση
Υπερβατό:  ξαναθυμούνται
                 διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι
                 πόνους παλιούς
Μετωνυμία:τα μάτια σου ας θρηνήσουν
                 (= εσύ ας θρηνήσεις με δάκρυα από τα μάτια σου)
                 κρουσταλλένια βρύση (= βρύση με το κρουσταλλένια νερό)
Αντίθεση: κρουσταλλένια βρύση – βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
Κύκλος: με το ρήμα λησμονώ αρχίζει και κλείνει το ποίημα    σχηματίζοντας κυκλική σύνθεση ( αναφέρεται αρχικά στους νεκρούς και στο τέλος στους ζωντανούς)
Αποτροπή: Μην τους κλαις.
Προτροπή: Να κλαις.
ΑΣΚΗΣΗ 3 ΣΕΛ.70
Ποια αφηγηματικά πρόσωπα χρησιμοποιεί ο ποιητής, όταν αναφέρεται στους νεκρούς και στους ζωντανούς; Σε ποια από τις δυο κατηγορίες δίνει περισσότερη έμφαση και γιατί;

Ο ποιητής χρησιμοποιεί δυο αφηγηματικά πρόσωπα, το τρίτο για τους πεθαμένους και το δεύτερο για τους ζωντανούς (=αναγνώστες). Μολονότι επιφανειακά φαίνεται να κυριαρχεί το τρίτο πρόσωπο, εντούτοις η εμφάνιση στην πραγματικότητα πέφτει στους ζωντανούς, επειδή οι τελευταίοι νιώθουν τον πόνο της ύπαρξης πολύ περισσότερο από τους νεκρούς.


Η κριτική για το έργο του

«Ο άδολος πατριωτισμός, ο άυλος έρωτας, ο ιδανισμός, ο κερκυραϊσμός ως λατρεία προς το γενέθλιο χώρο είναι ευδιάκριτα γνωρίσματα και προσδίδουν μια ιδιότυπη μελαγχολία στο ποιητικό έργο του. Παράλληλα όμως μια φιλοσκώμμων διάθεση για καθετί το κοινό και εφήμερο και επιπλέον μια αδιαφορία για την πεζή καθημερινότητα προκαλούν επίσης το ενδιαφέρον και αιχμαλωτίζουν και γοητεύουν τον αναγνώστη της ποίησης και των άλλων κειμένων του. Όλα αυτά παριστούν έναν κόσμο με ψυχική ευγένεια, ρομαντική γενναιοψυχία και αριστοκρατική καλλιέργεια που, ωστόσο, απέρχεται με τη χαρμολύπη —ίσως και την πεισιθάνατη σκέψη— που απήλθε ο ίδιος ο ποιητής.»

(Θ. Πυλαρινός, Επτανησιακή Σχολή, Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σελ. 124-125)

«Πειθαρχεί στη λιτή και αυστηρή μορφή των δεκατεσσάρων στίχων και της υποχρεωτικής ομοιοκαταληξίας, που ασφαλώς περιορίζουν την έκφραση και την ευρύτερη διατύπωση των συναισθημάτων και των ιδεών. Είναι αυστηρά παρνασσιακός και στέκει δίπλα στο Γάλλο Heredia, με ισάξιους ομοτέχνους του —άλλου όμως είδους— το Γρυπάρη και τον Παλαμά (Σκαραβαίοι και Δεκατετράστιχα). Δεν είναι λοιπόν όλα τα σονέτα του αριστουργήματα, μερικά όμως αναμφισβήτητα είναι. Αυτό ακριβώς έκαμε τον Παλαμά να πει το 1912 ότι η ποίηση του Μαβίλη δεν είναι μεγάλος ποταμός, δηλ. πληθωρική, αλλά λιγοστή και άχραντη, πηγαίο νερό πεντακάθαρο, που αναβλύζει από ιερή πηγή: […] “πίδακος εξ ιεράς ολίγη λιβάς, άκρον άωτον”.
Οι πηγές της έμπνευσης του Μαβίλη είναι η ομορφιά, η γυναίκα, ο έρωτας, η φύση, τα οράματα του νου και της ψυχής, η Ελλάδα, η Κέρκυρα, η φιλία, η αρετή, η πίκρα της ζωής —αυτή προπάντων—, η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, ο μηδενισμός, και ο θάνατος “ο ωραίος”. […] Υπάρχει πολλή φυσιολατρία, έξαρση ψυχής, αβρή μελαγχολία και ευγένεια αισθημάτων στην ποίησή του, ενώ δεν υπάρχουν θρησκευτικά βιώματα και μεταφυσικές ανησυχίες. Ο Μαβίλης είναι ποιητής αβρός, γήινος, αρρενωπός, πολύ πονεμένος και βαθύτατα ανθρώπινος.
Από τα ερωτικά του ποιήματα —ο έρωτας και η “πίκρα της ζωής” είναι οι δύο κύριοι άξονες της ποίησής του— δεν λείπουν τα αιθέρια οράματα, οι οπτασίες και οι ονειροπολήσεις για την αγαπημένη γυναίκα […]. Η φυσιολατρία του είναι επίσης διάχυτη και πηγαία. Τον μαγεύουν τα “ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια”, η γαληνεμένη και “απάρθενη” θάλασσα της χαραυγής, η νύχτα με τα μυστήρια και τα μάγια της, με αστροφεγγιά ή με φεγγάρι, “με δίχως άστρα ουδέ φεγγάρι”, το σούρουπο, η χαραυγή, το θαλασσινό πρωινό, τα ερημικά ακρογιάλια, που συντονίζονται με τη μοναξιά της ψυχής του κ.ά. […]
Από την πίκρα της ζωής, ο “πόνος” ο δικός του και των ανθρώπων, η αβρή μελαγχολία που καταλήγει σε απαισιοδοξία και μηδενισμό, και τέλος ο θάνατος ως “λυτρωτής των πόνων” είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ευαισθησίας του. Η “πίκρα της ζωής” έρχεται και ξανάρχεται στα σονέτα του: “ο κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι”, “την πικρή να ξορκίσουμε κατάρα/ της ζωής”, “είδωλα 'ναι οι χαρές, καϋμός η αλήθεια”, “μάγο, ανέσπερο φέγγος του θανάτου”, “μην ξυπνάς. είμαι ο Θάνατος ο ωραίος” κ.ά. […]
Ο κατεξοχήν στίχος που χρησιμοποίησε ο ιταλοθρεμμένος Μαβίλης στο πρωτότυπο έργο του είναι ο ιαμβικός ενδεκασύλλαβος των Ιταλών, με την κανονική του μορφή, δηλ. με τονισμό στην έκτη συλλαβή. Κάποτε χρησιμοποιεί και τον ενδεκασύλλαβο dantesco (έτσι ονομάζεται από τη χρήση που του έκαμε ο Dante), που τονίζεται όχι στην έκτη αλλά στην έβδομη συλλαβή.
[…] Τέλος η γλώσσα του _καθαρή δημοτική με επτανησιακούς ιδιωματισμούς_ είναι πραγματικά πλούσια και ευρηματική, παρ’ όλους τους περιορισμούς που επιβάλλει η στιχουργική και νοηματική “ασφυξία” του σονέτου. Οι παραλλαγές και οι ταλαντεύσεις που υπάρχουν στα χειρόγραφά του […] δείχνουν με πόση ευσυνειδησία και προσοχή αναζητούσε την πιο κατάλληλη και πιο εύηχη λέξη για τους στίχους του, πώς επιζητούσε τη γλωσσική και νοηματική ευστοχία, τους απαλούς τόνους και τη μουσικότητα του στίχου, άσχετα αν δεν το κατόρθωνε πάντοτε.»

(Λ. Μαβίλης, Τα Ποιήματα, επιμ. Γ. Αλισανδράτος, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1990, σελ. 23-29)

«Η περίπτωση του Λορέντζου Μαβίλη […] είναι εντελώς ιδιάζουσα. Τα νέα ρεύματα της εποχής του, συμπεριλαμβανόμενου και του συμβολισμού, τα οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία, εφαρμόζονται από τον Μαβίλη στην επτανησιακή ποιητική παράδοση, την οποία κατά βάση ακολουθεί. Από την άλλη μεριά, οι σοσιαλιστικές του πεποιθήσεις, κι αυτές γερμανικής προέλευσης, εναρμονίζονται με τα καθήκοντα απέναντι στην πολιτεία και την πατρίδα, όπως τα αντιλαμβάνονταν οι επτανήσιοι συγγραφείς. Το έργο του αντλεί ευγένεια αισθημάτων και έκφρασης ακριβώς από αυτή τη σύνθεση ποικίλων παραγόντων. Το σονέτο συνιστά τη μετρική μορφή στην οποία διατυπώνει ελεγειακά θέματα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, με μια μορφική πληρότητα εξαιρετικά σπάνια.»

(M. Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ. 282)

«Από τα σπάνια παραδείγματα όπου έργο ποσοτικά τόσο μικρό έχει τέτοιο ποιοτικό βάρος. Γιατί τα σονέτα του Μαβίλη, άψογα δουλεμένα, κατέχουν πραγματικά κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση: γλώσσα μεστή, στίχος επίμονα λεπτουργημένος, “πλούσια” (στην τεχνική σημασία του όρου) ομοιοκαταληξία. Και η ποιητική σκέψη κρυστάλλινη και διαυγής σαν τους στίχους του. Ο απαισιόδοξος τόνος της ινδικής φιλοσοφίας και η επίδραση του Schopenhauer δεν έχουν τη δύναμη να μαράνουν τη δροσιά της άμεσης επαφής με τα πράματα. “Ερασιτέχνης” κι αυτός, όπως ο δάσκαλός του ο Πολυλάς, διοχετεύει στους στίχους του το ανώτερο ήθος και την ανθρώπινη ευγένεια και αρχοντιά που τον χαρακτήριζε σ’ όλη του τη ζωή.»

(Λ. Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1980, σελ. 221-22)

«Ο κύριος τόνος των σονέτων του, σμίγοντας την παραδοσιακή μουσικότητα και απαλότητα του πατροπαράδοτου ιόνιου στίχου με μια γλωσσική αδρότητα που του την προσπόρισε η φανατική του προσχώρηση στην επαναστατική δημοτική του καιρού […] είναι τόνος αποκαλυπτικός και αποσκεπασμένα και έμμεσα, κάπως διδαχτικός, συμπερασματικός. […] Η ποίησή του είναι σοβαρή και αυστηρή. Κάθε σονέτο του είναι μια αλήθεια που πρέπει να μεταδοθεί σοβαρά, μέσα από μια διυλισμένη λυρική έκφραση, και με μια ποικιλία ρυθμικών τονισμών μέσα στα αξεπέραστα όρια του σονέτου […]. Τι άλλο είναι παρά διδαχή και αποκάλυψη τα σονέτα “Αμίλητα”, “Άλκης Παλαμάς”, “Λήθη”, “Έρως και Θάνατος”, “Ελιά”, “Υπεράνθρωπος”, “Ομορφιά”;
Ακόμα και στα τοπιογραφικά του σονέτα, εκείνα που εξεικονίζουν και μεταμορφώνουν σε παραδείσιες θέες τα αγαπημένα του κερκυραϊκά τοπία, διακρίνεται ένας τόνος αποκάλυψης. […] Τρία κύρια ρεύματα συναισθημάτων εκβάλλουν το ένα μέσα στο άλλο, δίνοντας μια συγκεκριμένη μορφή στην ποίησή του: Η αγάπη του προς τη μητέρα του. Η αισθητική του λατρεία προς την ωραία Κέρκυρα και τα μοναδικά της τοπία. Και το πάθος του για την Ελλάδα, “Ελλάδα-Ιδέα”, “Ελλάδα-μεγάλη πατρίδα”, “Ελλάδα-γλώσσα του λαού”. Το συναισθηματικό αυτό σύμπλεγμα είναι ο λαμπρός θυρεός της άκρας ποιητικής του ευγένειας. Και τα τρία αυτά γενικότερα συναισθήματα στα σονέτα του δεν έχουν τίποτα το βαρύ, το ρητορικό, το υλικό, το χοϊκό. Είναι συναισθήματα “αφιλοκερδή”, ροπές φυγόκεντρης ψυχικότητας, που μας λυτρώνουν από το ασφυχτικό εγώ μας. […] Από μιαν άποψη, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίηση του Μαβίλη “ιπποτική”. Και η ιπποτική και ιδανική αυτή ποίηση, που όμως έχει και ένα υπόστρωμα γνήσιου αισθησιασμού […] έτσι καθώς είναι βυθισμένη στη μόνιμα αιθέρια μελαγχολία του ποιητή, αποχτάει έναν ακόμα τίτλο ευγενείας, που την κρατά ξεχωριστή και ζωντανή, στην τόσο αλλότροπη για την ποίηση εποχή μας, και μάλιστα με την προσθήκη ότι το σονέτο, σαν είδος ποιητικής μορφής, έχει από δεκάδες χρόνια τώρα πεθάνει.»

(Α. Καραντώνης, Φαναριώτικη και επτανησιακή ποίηση, Επικαιρότητα, Αθήνα, σελ. 150-152)


Τραγούδι βασισμένο στη Λήθη του Μαβίλη:
 Της Άρνης το νερό

Μουσική Στίχοι Ερμηνεία: Σταύρος Σιόλας


1ο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης 2006. Τραγούδι σε Παραδοσιακό ρυθμό.

Σημείωση:  Άρνη είναι μια πηγή στην Άνδρο αν και στην αρχ. Ελλ. Μυθολ. Άρνη ήταν η πηγή που βρισκόταν στον κάτω κόσμο στη Λήθη από όπου έπιναν οι νεκροί για να ξεχάσουν τι άφηναν στον πάνω κόσμο.
Μελετήστε και ακούστε το τραγούδι «Της Άρνης το Νερό»: πώς βλέπετε να διατρέχει το θέμα της «λήθης» την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία στη διάρκεια τόσων αιώνων; Πού αποδίδετε τη διαχρονικότητα αυτού του προβληματισμού;







Στο δημοτικό τραγούδι δίνεται μια εικόνα του Κάτω Κόσμου. Σε τι διαφέρει από την αντίστοιχη εικόνα που δίνει ο Μαβίλης;
ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΜΑΝΝΑΣ ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ

Κόρη μου, σε κλειδώσανε κάτω 'ς την Αλησμόνη, 
που 'ς τό μπα δίγουν τα κλειδιά, 'ς το έβγα δεν τα δίγουν, 
και 'ς το μπαινοξανάβγαρμα σφιχτά σε μανταλώνουν,
που κόρη μάννας δε μιλεί, μηδέ 'ς την κόρη η μάννα, 
μηδέ τα τέκνα 'ς τους γονιούς, μηδέ οι γονιοί 'ς τα τέκνα, 
κι' ο βασιλές ακόμη κει με όλους μας ειν' ίσια. 
Εκεί 'ν'τα σπίτια σκοτεινά, οι τοίχοι ραχνιασμένοι, 
εκεί μεγάλοι και μικροί ειν' ανακατεμένοι.



"Ευτού που κίνησες να πας 'ς το μακρινό ταξίδι, 
θέλω να ειπής 'ς τη μάννα σου πότε θα ρθης 'ς το σπίτι, 
νά χω κ' εγώ μια παντοχή, νά χω και την ελπίδα, 
λελούδια να χω 'ς την αυλή, τριαντάφυλλα στρωμένα, 
να σου χω γιόμα μυστικό, και δείπνο να δειπνήσης,
να χω νερό για να λουστής, ρούχα καλά ν' άλλαξης, 
να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλάγιασης. 
-Λελούδια συ να τα χάρης, τριαντάφυλλα να τά χης, 
κι' αν έχης γιόμα, γέψου το και δείπνο δείπνησέ το, 
κι' αν έχης και νερό ζεστό, λούσου το μοναχή σου, 
κι' αν εχης ρούχα φόρεσ' τα, κοιμήσου 'ς το κρεβάτι. 
Το δρόμον οπού πέρασα, δεν τον ξαναδιαβαίνω. 
Θα πάω 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Αρνεσιάς τη βρύση, 
κ' έχω της γης για στρώματα, σεντόνια έχω το χώμα, 
και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα, 
και πίνω τ' ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.
-Σαν αποφάσισες να πας, να μην ξαναγυρίσης, 
άνοιξε τα ματάκια σου να μ' αποχαιρετήσης, 
να μας αφήσης το χε γεια και το μεγάλον πόνο."









Η λήθη (Πάμπλο Νερούντα)




Όλη την αγάπη σ’ ένα φλιτζάνι
πλατύ σαν τον κόσμο, όλη
την αγάπη με αστέρια κι αγκάθια
σ’ την έδωσα, μα εσύ έφυγες
με μικρά ποδαράκια, με τακούνια λασπωμένα
πάνω απ’ τη φωτιά, το ‘σκασες.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Εγώ  πάλι δεν ανέκοψα την πάλη,
δεν σκόνταψα τραβώντας για να ζήσω,
να ‘βρω ειρήνη, να ‘χουν όλοι ψωμί,
αλλά σε σήκωσα στα μπράτσα μου
και σε κάρφωσα στα φιλιά μου
και σε κοιτάζω, όπως ποτέ
μάτια ανθρώπινα δεν έχουν κοιτάξει.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Τότε δεν μέτραγες το μπόι μου
και τον άντρα που σου μοίραζε
το αίμα, το σιτάρι το νερό  ̇
και τον μπέρδευες
με το μικρό έντομο που ‘χε πέσει στην ποδιά σου.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Μην περιμένεις να στραφώ απ’ τα πέρατα
να σε ξανακοιτάξω  ̇ μείνε με ό,τι
σου άφησα, πορεύου
με την προδομένη φωτογραφία μου,
εγώ θα συνεχίσω την περιπλάνηση,
ανοίγοντας δρόμους πλατιούς ενάντια στο σκότος,
απαλύνοντας της γης το χώμα, ξαναμοιράζοντας
το αστέρι σ’ όσους κοπιάσουν να ρθούνε.
Κούρνιασε στο δρόμο. η νύχτα για σένα έπεσε.
Το πρωί μπορεί με την αυγή να ξαναϊδωθούμε.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου! 
Τίτλος πρωτοτύπου: El olvido
Από τη συλλογή Los versos del Capitán (1952) 
Η γνωριμία τής Μυρτιώτισσας με τον Λορέντζο Μαβίλη υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστική και για τη ζωή και για το έργο τής ποιήτριας. Κατά τον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, ο μεγάλος αυτός Επτανήσιος λυρικός ποιητής κατετάγη ως εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων. Κι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Μαβίλης ήταν το βασιλόπουλο του παραμυθιού για τη μεγάλη ποιήτρια ...


Σ Αγαπώ - δεν μπορώ


τίποτ 'άλλο να πω


πιο βαθύ, πιο απλό


πιο μεγάλο! ...

έγραφε για κείνον ...



Επίσης, για τον Λορέντζο Μαβίλη είναι πιθανόν να έγραψε η Μυρτιώτισσα το ποίημα «Τι άλλο, Καλέ μου», που ανήκει κι αυτό στη συλλογή της «Κίτρινες Φλόγες», εκδοθείσα το 1925, δηλαδή 13 χρόνια μετά τον θάνατό του (στις 28 Νοεμβρίου του 1912, στη μάχη του Δρίσκου, κοντά στα Ιωάννινα).

Τί 'Αλλο Καλέ Μου... *

Τί άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφου κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
-κι ας είσαι νεκρός- πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.

''Δακρυόεν γελάν''

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΕΣΣΙΜΙΣΜΟΣ

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ



To καθημέρα των Ελλήνων είναι το όρος Σίπυλο της Νιόβης, όπου όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίουσα ιτιά. Εδώ ως και τα ζώα μύρουνται και δακρύζουν. Θυμήσου, για παράδειγμα, τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα.
Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών. Το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος.
Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι Έλληνες.
Κανένας λαός δε βυθίστηκε όσο οι Έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς.
Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης μπροστά στον καημό των Ελλήνων είναι αθλοπαιδιές και αθύρματα.
Και καμία θεωρία που υψώθηκε στο γενικό δεν άφηκε να της ξεφύγουν τόσες φωνές αίρεσης, παράπονου, και απόγνωσης, όσο η κοσμοθεωρία των Ελλήνων.
Οι Έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί, δουλέψανε το νοήμα της μοίρας και της συμφοράς. Σε σχέση με τον άνθρωπο το άδικο το είδαν σε κλίμακα παναθρώπινη. Και σε σχέση με τον κόσμο το κακό το είδαν σε κλίμακα παγκόσμια. Το κακό που είδαν οι Έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και το ‘κλείσε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.
Είναι παράξενο που ετούτος ο Καύκασος της μοναξιάς και του πάγoυ φαίνεται πως δε φαίνεται στα έργα και στα λόγια τους.
Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε όλους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου.
Από ένα σημείο μάλιστα και πέρα αυτό το παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατί όλος εκείνος ο κόσμος τoυ θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή υπερηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη.
Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, όραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος.
Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει. Δεν αφήνεται όμως στην παρηγοριά που προσφέρεται να του δώσει ο λόγος των γύρω του ότι θα ζήσει χρόνια ακόμη.
Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των Ελλήνων σε τέχνη είναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαζε το ποιόν και την υφή της. Τη μετάτρεψε από άρνηση σε δύναμη, και από εγκατάλειψη σε καρτερία.
Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος. Μια δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι Έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Όμηρος τη λέει δακρυόεν γελάν.




Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

''ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ'' ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ  ''ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ''
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β’
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Ο Σολωμός έγραψε το Β΄ Σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του στην Κέρκυρα στα χρόνια μεταξύ 1833 – 1844. Το σχεδίασμα αυτό αποτελείται από εξήντα ένα συνολικά αποσπάσματα, γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Το ύφος του είναι περισσότερο αφηγηματικό.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τα πεζά που υπάρχουν στα αποσπάσματα, τόσο του Β΄ Σχεδιάσματος όσο και του Γ΄ Σχεδιάσματος, είναι σχέδια του Σολωμού στα ιταλικά, τα οποία μεταφράστηκαν και εντάχθηκαν στο κείμενο από τον Ιάκωβο Πολυλά. Υπάρχουν επίσης και κάποια άλλα πεζά κείμενα, τα οποία έγραψε ο Πολυλάς για να βοηθήσει στην κατανόηση του κάθε αποσπάσματος.
Το θέμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826). Η αριθμητική και στρατιωτική υπεροχή των Τούρκων, οι συχνές επιθέσεις καθώς και η έλλειψη τροφίμων ανάγκασαν τους αγωνιστές του Μεσολογγίου να πραγματοποιήσουν την ηρωική έξοδο το βράδυ της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, την Κυριακή των Βαΐων. Ο Σολωμός εμπνεόμενος από το ιστορικό αυτό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική, την εσωτερική του ελευθερία.

Γιατί «Ελεύθεροι πολιορκημένοι;»

Ο άνθρωπος ακόμη κι αν του στερήσουν τα πάντα, έχει κάτι απόλυτα δικό του: την ψυχή του και τη θέληση που ξεπηδάει απ΄ αυτήν. Όταν είναι δοσμένη σε κάτι υψηλό, καμιά εξωτερική βία δεν είναι ικανή να την υποδουλώσει. Όσο η ψυχή παλεύει γι αυτό, μένει ελεύθερη. Έτσι και οι Μεσολογγίτες αν και ήταν πραγματικά πολιορκημένοι,(και απ τους Τούρκους και από τη πείνα και από τον πόθο της ζωής)  παρέμειναν ψυχικά-εσωτερικά ελεύθεροι. Γίνεται δούλος ο άνθρωπος όταν η ψυχή του αδειάζει και η θέληση του για αντίσταση ναρκώνεται.
ΓΛΩΣΣΙΚΑ – ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ
Απόσπασμα 1:
  • άκρα = απόλυτη, σχεδόν νεκρική σιγή.
  • μνέει = ορκίζεται (αρχ. ελλην. ομνύω).
  • Σουλιώτης = πολλοί Σουλιώτες, γνωστοί για την ηρωική τους δράση, ήταν κλεισμένοι στο Μεσολόγγι.
  • Αγαρηνός = χρησιμοποιεί ενικό αντί πληθυντικό, δηλ. Αγαρηνοί. `Ετσι ονόμαζαν οι Βυζαντινοί του `Αραβες.
Απόσπασμα 2:
  • βουνάκι = μικρό κοπάδι.
  • εσύσμιξε = έσμιξε, ενώθηκε.
  • ασπούδα = βιασύνη.
  • ξαστοχώ = ξεχνώ.
  • κραίνω = φωνάζω.

ΔΟΜΗ
Το κάθε απόσπασμα αποτελεί και ιδιαίτερη ενότητα.
  • Απόσπασμα 1: Η πείνα και η στέρηση έχουν εξασθενήσει σωματικά τους πολιορκημένους.
  • Απόσπασμα 2: Η ομορφιά της φύσης την άνοιξη μεγαλώνει την αγάπη για τη ζωή.


ΑΝΑΛΥΣΗ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Απόσπασμα 1:Το Β΄ Σχεδίασμα αρχίζει με την απόλυτη, τη νεκρική σιωπή που επικρατεί στον κάμπο. Παντού βασιλεύει η ερημιά και ο θάνατος. Μόνο ένα πουλί κελαηδάει, καθώς έχει βρει ένα σπόρο για να φάει, ενώ η μάνα ζηλεύει που δεν μπορεί να βρει τίποτα για να ταΐσει τα παιδιά της. Τα μάτια των πολιορκημένων έχουν μαυρίσει από την πείνα και τη στέρηση. Σ” αυτά, που είναι το πιο πολύτιμο αγαθό του ανθρώπου, ορκίζεται η μάνα. Στη συνέχεια ένας Σουλιώτης πολεμιστής, εξαντλημένος κι αυτός από την πείνα, στέκεται κάπου παράμερα και κλαίει. Απευθύνεται στο τουφέκι του και του εκφράζει την αδυναμία του. Το τουφέκι έχει γίνει άχρηστο στα χέρια του, καθώς η πείνα τού έχει πάρει όλες τις δυνάμεις του και δεν μπορεί τώρα να το σηκώσει και να το χρησιμοποιήσει. Περισσότερο όμως ενοχλεί τον αγωνιστή το γεγονός ότι ο εχθρός γνωρίζει αυτή του την αδυναμία.Το θέμα του συγκεκριμένου αποσπάσματος είναι η πείνα και η εξάντληση των αγωνιστών που πολιορκούνταν στο Μεσολόγγι το 1826

‘Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει’
Στον στίχο αυτό δεσπόζει το ρήμα βασιλεύει που τοποθετημένο στο τέλος δίνει έμφαση με τη βαρύτητα που έχει ως σημασία. Δεν υπάρχει απλά ησυχία .Κυριαρχεί απόλυτη σιωπή και το ρ. βασιλεύει δίνει απόλυτα αυτή την εντύπωση. Επίσης δημιουργείται ένα τέτοιο αισθητικό αποτέλεσμα αφού χρησιμοποιείται μεταφορικά
Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή των λέξεων άκρα του τάφου σιωπή από τον ποιητή. Οι  συγκεκριμένες λέξεις μπορούν να συσχετισθούν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους,  ως εξής: άκρα σιωπή δηλ απόλυτη σιωπή . Επίσης, άκρα του τάφου, που ισοδυναμεί με τον υπερθετικό βαθμό του επιθέτου δηλ. ακρότατη .και τέλος, του τάφου σιωπή , που ισοδυναμεί με την νεκρική σιωπή. Η χρήση λοιπόν της λέξης τάφος περιγράφει βιωματικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την έννοια της απόλυτης σιωπής, πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει ΄τόσο αποτελεσματικά με τη χρήση άλλης λέξης
Σημείωση: Είναι γνωστή η «αγωνία του λόγου», όπως λέμε ενός ποιητή και ειδικά του Σολωμού που πασχίζει να βρει τη «μοναδική» λέξη για να «ντύσει» το περιεχόμενο του με την καλύτερη δυνατή μορφή. Το λογοτεχνικό ύφος αποτελεί τις συγκεκριμένες  λεκτικές επιλογές ενός ποιητή που γίνονται μέσα από τη βιωματική-συγκινησιακή χρήση της γλώσσας.
Έτσι ο α΄ στίχος με τις συγκεκριμένες λεκτικές επιλογές αναδεικνύει απόλυτα την αίσθηση και την εικόνα της απόλυτης ακινησίας

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει
Σε αντίθεση με τον α΄ στίχο έρχεται ο β΄ με την παρουσία εμψύχων, τη δράση και τη συναισθηματική αντίδραση. Αυτό δηλώνεται με τη συσσώρευση τριών ρημάτων (σε σχέση με το ένα του α΄ στίχου). Αξιοσημείωτη είναι η παρήχηση του λ και του ρ, που αισθητοποιούν με τον καλύτερο τρόπο την αντίθεση ανάμεσα στο πουλάκι ,που έχει κάτι να φάει και τη Μεσολογγίτισσα μάνα που το ζηλεύει γιατί δεν έχει να ταΐσει το παιδί της. Το ανθρώπινο πλάσμα, το ανώτερο στην κυριαρχία των όντων, βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα από το πουλί, το υποδεέστερο

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε. Στα μάτια η μάνα μνέει
Το α΄ ημιστίχιο με μια χαρακτηριστική οπτική εικόνα «δείχνει» το μέγεθος της πείνας. Ταυτόχρονα μας θυμίζει εκείνη την έκφραση «μαύρισε το μάτι μου», έκφραση που απεικονίζει παραστατικά τη μεγάλη στέρηση. Η επανάληψη της λ. μάτια, επισημαίνει το σημείο όπου φανερώνεται η στέρηση. Η πείνα λοιπόν, αποτυπώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο, στα μάτια, που αποτελούν το πολυτιμότερο αγαθό του ανθρώπου. Και είναι το πολυτιμότερο αγαθό, αφού ένας από τους βαρύτερους όρκους, αναφέρεται σ΄ αυτά: «στο φως μου».(Ας θυμηθούμε και την τρυφερή προσφώνηση της μάνας στο παιδί «μάτια μου».

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει
Κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου βρίσκονταν σ αυτό και πολλοί Σουλιώτες. Εδώ λοιπόν έχομε τη συγκλονιστική εικόνα του Σουλιώτη πολεμιστή, (καλός όχι με την στενά ηθική σημασία, αλλά με την πολεμική τελειότητα), ο οποίος στέκει «παράμερα», και κλαίει, όχι φυσικά από φόβο, αλλά από φιλότιμο και πίκρα, γιατί η πείνα τον έχει αποδυναμώσει, και έχει έτσι αχρηστεύσει την ιδιότητα του πολεμιστή. Το «κλαίει» δεν είναι δειλία είναι  περηφάνια. Αυτή η εικόνα έρχεται σε αντίθεσημε με τη εικόνα του γενναίου και σκληροτράχηλου πολεμιστή.

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ΄ έχω ‘ γώ στο χέρι:
οπού συ μου ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει»
Εδώ ο Σουλιώτης απευθύνεται στο τουφέκι του (προσωποποίηση), αποκαλώντας το έρμο και σκοτεινό (=καημένο, παρατημένο, δύστυχο), θεωρώντας μάταιη την ύπαρξη του. Στον τελευταίο στίχο α) αιτιολογείται το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων στίχων και β) επιτείνεται η απελπισία του πολεμιστή που οφείλεται στο γεγονός ότι οι εχθροί γνωρίζουν την εξάντληση και την αδυναμία του, πράγμα που κάνει τη θέση των πολιορκημένων, ακόμη δυσχερέστερη.

Σημειώσεις
Τα πρόσωπα του «δράματος»
Η Μεσολογγίτισσα μάνα εκπροσωπεί τον άμαχο πληθυσμό, ενώ ο Σουλιώτης υπερασπιστής του Μεσολογγίου, τους πολεμιστές .Τα δύο αυτά πρόσωπα έχουν κοινά χαρακτηριστικά: α) και οι δύο είναι πεινασμένοι και εξαντλημένοι β) και οι δύο βρίσκονται παράμερα, στο περιθώριο γ) και οι δύο έχουν χάσει τις πραγματικές τους ιδιότητες: η μάνα της τροφού  και ο Σουλιώτης του πολεμιστή.


Εκφραστικά μέσα
Ο ποιητής, προκειμένου να «ντύσει» το περιεχόμενο των στίχων του με το τελειότερο «ένδυμα», την τελειότερη μορφή και παράλληλα να αισθητοποιήσει μα τον πιο παραστατικό τρόπο την δραματική κατάσταση των πολιορκημένων χρησιμοποιεί τα παρακάτω εκφραστικά μέσα:
  • Εικόνες(ηχητικές και οπτικές): ο κάμπος με τη νεκρική σιωπή, το πουλί που λαλεί και τρώει, η μάνα με τους μαύρους κύκλους  στα μάτια, ο Σουλιώτης που κλαίει και μιλάει στο τουφέκι του.
  • Ο διάλογος του Σουλιώτη με το τουφέκι του (προσωποποίηση)
  • Η μεταφορά: του τάφου, βασιλεύει, σκοτεινό)
  • Παρήχηση του λ και του ρ: λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί
  • Επανάληψη: τα μάτια….στα μάτια
  • Αντιθέσεις: α)Ο α΄ με τον β΄ στίχο, δηλ. η απόλυτη, νεκρική σιωπή και ακινησία με τη κίνηση, τη δράση και την ύπαρξη εμψύχων. β)το α΄ ημιστίχιο του β΄ στίχου, με το β΄ ημιστίχιο: το πουλάκι έχει να φάει εν αντιθέσει με τον άνθρωπο, ένα όν ανώτερο.γ)Η εικόνα του καλού Σουλιώτη έρχεται σε αντίθεση με την αναμενόμενη εικόνα του γενναίου πολεμιστή. δ) μπορούμε να αναφέρουμε και τον τίτλο του αποσπάσματος ελεύθεροι(εσωτερικά) αλλά πολιορκημένοι( από τον φυσικό εχθρό και τον πόθο για τη ζωή που οργιάζει έξω)
  • Χρήση επιθετικών προσδιορισμών: άκρα σιωπή, Σουλιώτης ο καλός, τουφέκι σκοτεινό, αλλά και ελεύθεροι πολιορκημένοι(αντιφατικός)

Απόσπασμα 2:Το απόσπασμα αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το απόσπασμα 1. Εδώ παρουσιάζεται η φύση στην ομορφότερή της ώρα, την άνοιξη. Την άνοιξη όλα ανανεώνονται, η ομορφιά της φύσης κατακλύζει τα πάντα, ενώ παντού επικρατεί η εύθυμη διάθεση, η χαρά και το κέφι. Μπροστά σ” αυτό το θαύμα της αναγέννησης της φύσης, η αγάπη των πολιορκημένων για τη ζωή γίνεται μεγαλύτερη, ενώ η ιδέα του θανάτου βαριά και ασήκωτη. Πολύ χαρακτηριστικά λέει ο ποιητής στο πεζό κείμενο των στοχασμών του που προηγείται: «Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν». Η φύση λοιπόν, μ” αυτή την ανοιξιάτικη έκρηξη ομορφιάς της, γίνεται ένας «πειρασμός», μια πρόκληση που δελεάζει τους πολιορκημένους, καθώς τους καλεί στη ζωή. Είναι φυσικό οι πολιορκημένοι, που αισθάνονται το θάνατο πολύ κοντά τους, να απελπίζονται και να λυπούνται ακόμη περισσότερο, όταν βλέπουν γύρω τους τη φύση στολισμένη με όλες τις ομορφιές της, όπως είναι την άνοιξη. Διότι ο θάνατος σε μια τέτοια εποχή πολλαπλασιάζεται και είναι σαν να πεθαίνει ο άνθρωπος όχι μια αλλά χίλιες φορές. `Ετσι, η ψυχή τρέμει και για μια στιγμή παρασύρεται από την ομορφιά και τη γλύκα της ζωής, με κίνδυνο να ξεχάσει το χρέος προς την πατρίδα.Το θέμα του αποσπάσματος είναι η ομορφιά της ανοιξιάτικης φύσης, που καλεί τους Μεσολογγίτες να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους και να απολαύσουν τη ζωή.

Δομή: Στιχ. 1-3 μας δίνεται το θέμα, στιχ. 3-11 οι εικόνες της φύσης, στιχ. 12-13 η πρόκληση της φύσης να εγκαταλείψουν τον αγώνα.

Στιχ. 1-2: Η φανταστική εικόνα του χορού ανάμεσα στον Απρίλη και τον Έρωτα
Στον 1ο στίχο αξιοπρόσεκτες είναι δύο προσωποποιήσεις που λειτουργούν συμβολικά: Ο Απρίλης, μήνας της άνοιξης, οπότε ανθίζουν τα περισσότερα φυτά, συμβολίζει την αναγέννηση και την ομορφιά της φύσης, ενώ ο Έρωτας συμβολίζει τη δημιουργία και γενικότερα τη χαρά. Επίσης τα ρήματα χορεύουνε και γελούνε


συμπληρώνουν το σκηνικό της γιορτινής ατμόσφαιρας. Είναι λοιπόν ξεκάθαρη η δραματική αντίθεση ανάμεσα στην γιορτή της φύσης και το τραγικό σκηνικό της πολιορκημένης πόλης.
Στο στχ. 2, παρατηρούμε τη σύγκριση που εξισώνει τα όπλα με τα άνθη και τους καρπούς(κι όσα΄……τόσα).Το β΄ πρόσωπο (σε) στο οποίο απευθύνεται ο ποιητής είναι η ψυχή των πολιορκημένων.

Στιχ. 3-11: Οι εικόνες της ανοιξιάτικης φύσης
Εδώ έχουμε 4 εικόνες, πραγματικές πια και όχι φανταστικές: Οι 3 είναι από τον κόσμο των έμψυχων και η 4η από τον κόσμα των ανόργανων πραγμάτων.
1η εικόνα: παρουσιάζει ένα κοπάδι λευκά πρόβατα και το είδωλο τους πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας καθώς ενώνεται με τις ομορφιές του ουρανού, που καθρεφτίζονται κι αυτές στο νερό. Στην εικόνα υπάρχει κίνηση (κινούμενο) και ήχος(βελάζει). Αξιοσημείωτος είναι ο συσχετισμός των τριών στοιχείων της φύσης, βουνού, θάλασσας και ουρανού, αφού ο ποιητήςπαρομοιάζει το λευκό κοπάδι των προβάτων ως προς το σχήμα του με λευκό βουναλάκι, σχήμα το οποίο καθρεπτίζεται πάνω στα νερά της θάλασσας, σμίγοντας με την ομορφιά του ουρανού.
2η εικόνα: παρουσιάζει μια γαλάζια πεταλούδα, από τη μια να είναι βιαστική και να καθρεφτίζεται στα νερά της λίμνης του Μεσολογγίου και από την άλλη να κοιμάται μέσα σ΄ έναν ευωδιαστό άγριο κρίνο.(οσφρητική εικόνα)
3η εικόνα: Ένα μικρό και ασήμαντο σκουλήκι σε στιγμές χαράς και ευτυχίας.
4η εικόνα:εδώ έχουμε τα άψυχα της φύσης(μαύρη πέτρα) και τα νεκρά(ξερό χορτάρι), που μετουσιώνονται σε πανέμορφα(ολόχρυσα).Η εικόνα αυτή όπως και η προηγούμενη, υποδηλώνουν ότι και τα πιο απλά, ασήμαντα πλάσματα, όπως το σκουλήκι, ακόμα και τα ανόργανα, όπως η πέτρα και τα χόρτα, τώρα την άνοιξη αποκτούν εξαιρετική ομορφιά, γεγονός που κάνει ακόμη πιο δύσκολα τον αγώνα των πολιορκημένων.
Σημειώσεις: α)Αξιοπρόσεκτο είναι ότι οι εικόνες δίνονται σε φθίνουσα κλίμακα: από το μεγάλο και το ευρύ στο μικρό και ασήμαντο: από τη εικόνα της θάλασσας και του ουρανού προχωρούμε σε μικρότερο οπτικό πεδίο, για να καταλήξουμε στην εικόνα με το σκουλήκι και με την χωρίς στοιχείο ζωής τελευταία εικόνα.
β) Ο στιχ. 10 αποτελεί την κατακλείδα των εικόνων και δίνει άλλες διαστάσεις στην ομορφιά της φύσης μεταφέροντας την στην σφαίρα του μαγικού και του ονειρικού.
γ)στις 3 πρώτες εικόνες κυριαρχεί μια κίνηση σε αντίθεση με την 4η όπου υπάρχει ακινησία.
δ)Με όλες αυτές τις εικόνες ο ποιητής αγκαλιάζει όλη την πλάση(ουρανό,γη, θάλασσα), αλλά και το σύνολο των ζώων, αυτά που περπατούν (πρόβατα), πετούν (πεταλούδα) ή έρπουν( σκουλήκι) ακόμη και τα μη έμβια. Έτσι ο ποιητής με την τεχνική της εικόνας πραγματοποιεί την πρόθεσή του, που είναι παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της φύσης να πολιορκούν την ανθρώπινη ψυχή και να την προκαλούν να απολαύσει την ομορφιά της άνοιξης, εγκαταλείποντας τον αγώνα.

Στιχ. 12-13 Η ιδέα του ποιητή-Το τραγικό δίλημμα των πολιορκημένων
Η ζωή που ξεχύνεται (χύνεται) και μιλάει(κρένει) με πληθωρικό τρόπο καλεί τους Μεσολογγίτες; να την απολαύσουν, εγκαταλείποντας τον αγώνα τους. Μάλιστα τώρα την άνοιξη η ζωή είναι χίλιες φορές πιο όμορφη και επομένως όποιος την εγκαταλείψει πεθαίνει χίλιες φορές! Η γλυκιά αυτή πρόκληση δημιουργεί δίλημμα στη ψυχή των πολιορκημένων ανάμεσα στην απόλαυση της ζωής και τον ηρωικό αγώνα. Προφανώς με την επιλογή τους και την ηρωική έξοδο τους, έδωσε αφορμήστον ποιητή να εκφράσει την ιδέα του: Η εσωτερική ελευθερία , παρά τη όποια πάλη, νικάει την όποια μορφή βίας(φυσικός εχθρός-Τούρκοι, βασανιστική ομορφιά της φύσης, επιθυμία για ζωή)
Η γλώσσα του κειμένου είναι
δημοτική
, οι λέξεις λιτές αλλά οι στίχοι πυκνοί ως προς το περιεχόμενο.
Ο στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος με ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή. Το ύφος είναι απλό,
παραστατικό και ζωντανό, γεμάτο γλαφυρές εικόνες και περιγραφέ
Δείτε την ανάλυση του ποιήματος (ενότητες και σχήματα λόγου στο απόσπασμα του σχολικού εγχειριδίου) σε πολυμεσική εφαρμογή  από  τη Γ. Κωσταντίνου πατώντας
ΕΔΩ
Φύλλο εργασίας
1.       Ποιο είναι το ιστορικό γεγονός που αποτελεί έμπνευση για τον ποιητή;
2.      Να εντοπίσετε τον τόπο, τον χρόνο και τα πρόσωπα του ποιήματος.
3.      Γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο «σχεδίασμα»;
4.      Να αιτιολογήσετε τον τίτλο του ποιήματος.
5.      Να εντοπίσετε τα εκφραστικά μέσα στο 1ο απόσπασμα.
6.      Ποιο είναι το θέμα και η δομή του 1ου αποσπάσματος;
7.      Γιατί ο Σολωμός επιλέγει την ιδιότητα της μάνας και δεν κάνει λόγο γενικά για έναν άνθρωπο;
8.      Η συμπεριφορά του Σουλιώτη δείχνει δειλία; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.
9.      Ποια κοινά γνωρίσματα εντοπίζετε στη μάνα και στον Σουλιώτη;
10.   Ποια είναι τα συναισθήματά τους;
11.    Σε ποια στοιχεία της φύσης αναφέρεται ο ποιητής στο 2ο απόσπασμα;
12.   Γιατί ο Σολωμός αναφέρεται στον Απρίλη και στον Έρωτα;
13.   Να περιγράψετε την εικόνα της φύσης, όπως παρουσιάζεται στο 2ο απόσπασμα.
14.   Ποια αντίθεση εντοπίζετε στο 2ο απόσπασμα και γιατί τη χρησιμοποιεί ο ποιητής;
15.   Να σχολιάσετε τους τέσσερις τελευταίους στίχους του 2ου αποσπάσματος.
16.   Να εντοπίσετε τα εκφραστικά μέσα του 2ου αποσπάσματος.
17.   Ποια η γλώσσα και το ύφος του ποιήματος;

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Κ.Γ.Καρυωτάκης, «Διάκος», Ελεγεία και Σάτιρες(1927). Ποιήματα και Πεζά, Ερμής, 1984, σ.95]

Μέρα του Απρίλη.                             
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.
Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.
Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»


1.Πώς εκδηλώνεται ο πειρασμός στα ποιήματα του Σολωμού και του Καρυωτάκη; Συγκρίνετε πώς αντιμετωπίζει ο κάθε ποιητής το ηθικό δίλημμα των ηρώων του.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ανάλογο το περιεχόμενο και στα δύο έργα , καθώς κυριαρχεί η εικόνα του πειρασμού της φύσης. Στο πρώτο, προσωποποιούνται δύο αφηρημένες έννοιες, ο Απρίλης και ο Έρωτας, για να σημάνουν την πανδαισία της χαράς που απλώνεται παντού στη γη. Σε μια τέτοια εποχή, ακόμη και υποδεέστερα του ανθρώπου όντα (πρόβατα, πεταλούδα, σκουληκάκι, μαύρη πέτρα και χορτάρι) αναζωογονούνται και ομορφαίνουν. Όλα αυτά δίνονται με πολλά σχήματα λόγου και εικόνες. Στο δεύτερο, υπερτερεί η εικόνα του Απρίλη, τα πουλιά και τα άνθη. Ο στίχος, μικρότερος σε έκταση, διακρίνεται από διασκελισμό, ενώ παρατηρείται μια κάπως περιορισμένη χρήση σχημάτων λόγου. Πάντως και στα δύο προετοιμάζεται η παρουσίαση της ηθικής στάσης των αγωνιστών, η οποία όμως διαφέρει σημαντικά. Στην πρώτη περίπτωση, είναι στάση αποδοχής της κατάστασης και καταξίωσης των Μεσολογγιτών να ζήσουν την ομορφιά αυτή, έστω για τελευταία φορά. Στο δεύτερο ποίημα, το ερώτημα στο τέλος ακούγεται σαν κραυγή απελπισίας και απόγνωσης, σα μια προσπάθεια ενεργοποίησης άνωθεν μηχανισμών για να μη συντελεστεί ο θάνατος.
Στο βιβλίο ανθολογούνται κομμάτια από το Σχεδίασμα Β'. Το α΄απόσπασμα περιγράφει την εξασθένηση των πολιορκούμενων Μεσολογγιτών κυρίως από την πείνα, που στερεί από την μάνα (άμαχος πληθυσμός) και τον πολεμιστή (μάχιμος πληθυσμός) ακριβώς αυτές τους τις ιδιότητες: τους αποξενώνει από τη βασικότερη ποιότητά τους -τη μητρική από την πρώτη και την στρατιωτική από τον δεύτερο- τους εξανραποδίζει και κατά έναν τρόπο τους απανθρωποποιεί.
Στο δεύτερο απόσπασμα, η ανθρώπινη παρουσία δε δηλώνεται ρητά καθότι το πιο κοντινό σε ανθρώπινο ον που αναφέρεται είναι η προσωποποίηση του Απρίλη και του Έρωτα που χορεύουν και γελάνε. Όχι και τόσο ανθρώπινο, δηλαδή... Προφανώς, η απουσία της ανθρώπινης φιγούρας είναι σκόπιμη: ο αποδέκτης της αφήγησης εύκολα τοποθετεί με τη φαντασία του μέσα στο ειδυλλιακό σκηνικό, με την φύση σε πλήρη ανθοφορία, τόσο τους εσώκλειστους στην πόλη του Μεσολογγίου όσο και τον ίδιο του τον εαυτό.   και διαβάστε εδώ  το σχολιασμό του ]
Μετά την οριοθέτηση του χρόνου (Απρίλης) και της γενικής ατμόσφαιρας (ερωτική), ακολουθεί η περιγραφή του φυσικού τοπίου, η οποία γίνεται με φθίνουσα κλιμάκωση, ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο σε μέγεθος έμβιο οργανισμό (ένα κοπάδι προβάτων που καθώς μετακινείται πάνω στο βουνό κάνει την πλαγιά του να μοιάζει χιονισμένη), προς τον μικρότερο (μια πεταλούδα που καθρεφτίζεται στα νερά της λιμνοθάλασσας) έως τον μηδαμινό (ένα σκουλήκι που βρίσκεται στην καλή του ώρα). [Ανάλογη μετακίνηση του "φακού εστίασης" συμβαίνει και με τον χώρο καθώς από τη στεριά, η ματιά μας διαχέεται προς τη λιμνοθάλασσα]. Ωστόσο, η ποιητική φωνή δε σταματάει εκεί και μας κατεβάζει ένα ακόμα επίπεδο, στον κόσμο των άψυχων: μέσα σ' αυτήν την τελειότητα και την  ονειρική μαγεία της φύσης, ακόμα κι η πέτρα και το ξερόχορτο παίρνουν αξία και φαίνονται ολόχρυσα (μισο-κυριολεκτικά, αν εννοηθεί πως γυαλίζουν στο δυνατό φως του ήλιου, ολο-μεταφορικά, αν εννοηθεί πως αναβαθμίζονται γιατί επανασημασιοδοτούνται μέσα από την οργιαστική τελείωση που επικρατεί γύρω τους). 
Και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους επιβεβαιώνεται το  μέγιστο δίλημμα των Μεσολογγιτών που προετοιμάζονται για την ηρωική τους Έξοδο                : είναι δυνατόν να πεθάνουν σήμερα που όλα βρίσκονται στην πιο ζωντανή τους στιγμή; Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει. Η επανάληψη του αριθμού χίλια αισθητοποιεί κάπως την τραγικότητα της θέσης των πολιορκούμενων: η Έξοδος σημαίνει θάνατο, ο θάνατος σημαίνει στέρηση της  ζωής και της φυσικής ομορφιάς. Αν δε παρατηρήσουμε τη μορφολογία του στίχου, σημειώνουμε τη χρήση της στιγμικότητας μόνο στο πρώτο ημιστίχιο (πεθάνει), μια και το ποιόν στο ρήμα του δεύτερου ημιστιχίου (πεθαίνει) είναι εξακολουθητικό, αφού μέσω της διεύρυνσης της στιγμικότητας, διαπλατύνεται και βαθύνεται και το αίσθημα του πόνου για την απώλεια.

Το αίσθημα αυτό του αποχωρισμού γίνεται ακόμα πιο έντονο, αν υπολογίσουμε την ιδιαίτερη σημασία που είχε προσλάβει για τους αγωνιζόμενους η Φύση. Το ίδιο ακριβώς θέμα διατρέχει το αυτοσχέδιο τετράστιχο που λέγεται πως απήγγειλε ο Αθανάσιος Διάκος πριν του επιβληθεί η θανατική ποινή, πέντε χρόνια πριν την Έξοδο του Μεσολογγίου, την 24η Απριλίου 1821. 
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι

Δεν είναι, νομίζω, τυχαίο και πάλι το ότι τονίζεται η ιδιαίτερη χρονική στιγμή που διάλεξε ο Χάρος, καθώς θεωρείται εντελώς οξύμωρο κι αντιφατικό κάποιος να  πεθάνει όταν όλα γύρω τον προσκαλούν στη ζωή. Ειδικά σε παλαιότερες μορφές κοινωνίας, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως οργανικό κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος κι όχι ως κυρίαρχοι, ενάντιοι ή ανταγωνιστές του. Επομένως, η απόφαση να τελειώσουν τον βίο τους ακριβώς εκείνη την ώρα της ανοιξιάτικης ευφορίας, κατά την οποία η Φύση τούς καλεί να συμμετάσχουν στην κορύφωσή της, μοιάζει ακόμα πιο δραματική, σχεδόν προδοτική απέναντι στους φυσικούς νόμους που έχουν μάθει να ασπάζονται.     
Κι όμως, αντιβαίνουν -αν μπορούμε να το πούμε έτσι- στον φυσικό νόμο που επιτάσσει ζωή επειδή υπακοούουν στην εσωτερική τους ηθική που τους επιτάσσει ελευθερία. Υπερβαίνουν, επομένως, οι Μεσολογγίτες το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της επιβίωσης, της αναπαραγωγής επειδή προ-τιμούν την πραγματικά ελεύθερη ζωή. Ακόμα κι αν ξαστοχά κάποτε η ψυχή τους από τα θέλγητρα του περιβάλλοντος, αμέσως επιστρέφει στην αίσθηση του καθήκοντος της υπεράσπισης της πατρίδας.

Και στο κάτω-κάτω, αυτοί που είναι μεγαλωμένοι μέσα στη Φύση κι έμαθαν τη φυσική ελευθερία, πώς είναι δυνατόν να ζήσουν και να χαρούν σκλαβωμένοι τα δώρα της; Η Φύση διδάσκει την πλήρη ελευθερία και ισότητα κι εκείνοι έχουν να αντιμετωπίσουν τα όπλα και την υποδούλωση. Είναι κάθε άλλο παρά παράδοξο (ή οξύμωρο και αντιφατικό, για να χρησιμοποιήσω τις ίδιες με πριν λέξεις) που επιλέγουν τον θάνατο: με τις συνθήκες που βιώνουν, μόνον εκεί υπάρχει πλήρης ελευθερία -άρα, μόνον εκεί υπάρχει και ζωή. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στη φυσική τάξη αλλά την υπηρετούν στο έπακρο: δίνοντας τη ζωή τους,              κερδίζουν τη Ζωή.
 Σημειωτέα, τέλος, η έννοια της συνειδητής επιλογής: μόνο ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να επιλέξει, και οι Μεσολογγίτες είναι στη βάση τους ελεύθεροι άνθρωποι. Γι' αυτό υποθέτουμε πως ο Σολωμός δεν κράτησε τον αρχικό τίτλο που είχε δώσει στην ποιητική του σύνθεση, "Χρέος" (= το χρέος που συναισθάνονταν οι πολιορκούμενοι να αγωνιστούν υπέρ πατρίδος και -εσωτερικής- πίστεως): διατηρώντας το ίδιο περιεχόμενο, έκανε ακόμα ευκρινέστερη και διαυγή σ΄εμάς την νοηματική που προσέδωσε στην Έξοδο του Μεσολογγίου με το οξύμωρο  "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι".  Κοινώς, αυτοί κάνουν το ανάποδο από τον ήρωα του παρακάτω τραγουδιού: