ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

'' ΛΗΘΗ '' ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

Ο Λορέντζος Μαβίλης είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές των γραμμάτων μας και όχι μόνο. Υπήρξε κάποτε αγαπημένος ποιητής πολλών και η σχετική βιβλιογραφία για το έργο του δεν είναι ευκαταφρόνητη. […] Ολιγογράφος αλλά ιδιαίτερα καλαίσθητος ποιητής σονέτων, ανήκει στην επτανησιακή παράδοση, όπως διαμορφώνεται από τον Σολωμό και τους επιγόνους του και κυρίως από τον δάσκαλό του και στενό φίλο, τον Πολυλά. Γνωρίζει πολλές γλώσσες και μεταφράζει ποικίλα κείμενα: από το ινδικό έπος της Μαχαμπχαράτα το επεισόδιο «Νάλας και Νταμαγιάντη», τον Σαούλ του Ρ. Μπράουνιγκ, αποσπάσματα από την Αινειάδα του Βιργιλίου και από έργα των Schiller, Goethe, Βύρωνα, Φώσκολου κ.ά.
Φλογερός πατριώτης και οραματιστής, εγκαταλείπει τελικά την «απραξία» και συμμετέχει ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους: το 1896 μάχεται στην επαναστατημένη Κρήτη, το 1897 βρίσκεται, με δικό του εθελοντικό σώμα, στα βουνά της Ηπείρου, όπου και τραυματίζεται. Μερικά χρόνια αργότερα ο Βενιζέλος τον παίρνει στο επιτελείο του και το 1910 εκλέγεται βουλευτής στη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή. Ο λόγος του στη Βουλή (16.2.1911) για το «γλωσσικό» άρθρο 107 του Συντάγματος αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική γλώσσα και σταθμό στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος: ο δημοτικιστής Μαβίλης (δες το πολεμικό τουσονέτο «Μαλλιαρός») υπερασπίζεται την ευγένεια της δημοτικής («χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι»), δέχεται όμως ότι η γλώσσα του λαού πρέπει να καλλιεργηθεί και να εμπλουτισθεί από «ολόκληρον την κληρονομίαν του παρελθόντος». Αυτός είναι και ένας λόγος για τον οποίο υπερασπίζεται με θέρμη τη μετάφραση της Οδύσσειας του Πολυλά […].
 Γιώργης Γιατρομανωλάκης, «Ο ποιητής-πολεμιστής Λορέντζος Μαβίλης», εφ. Το Βήμα, 13 Οκτ. 2002.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
ΛΗΘΗ
       ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΟΝΕΤΟΥ:
1.Είναι ολιγόστιχο και αποτελείται από 14 στίχους, οργανωμένους σε 4 στροφές.
2.Οι 2 πρώτες στροφές είναι τετράστιχες και οι δύο τελευταίες τρίστιχες.
3.Το σονέτο έχει περίπλοκες ομοιοκαταληξίες. Στη «Λήθη» οι 2 πρώτες στροφές έχουν σταυρωτή ομοιοκαταληξία, ενώ οι 2 τελευταίες στροφές, αν τις πάρουμε μαζί, σχηματίζουν πλεκτή και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.
4.Το μέτρο του σονέτου είναι ο ιαμβικός ενδεκασύλλαβος στίχος.
5.Στο σονέτο ο ποιητής επιδιώκει τη μουσικότητα και την υποβλητικότητα, η οποία επιτυγχάνεται με την προσεκτική επιλογή των λέξεων.
6.Το βάρος του νοήματος του σονέτου πέφτει συνήθως στην τελευταία στροφή.                                  

Ο ΤΙΤΛΟΣ:Μολονότι ο τίτλος είναι «Λήθη», εντούτοις η λέξη δε χρησιμοποιείται στο κείμενο, αλλά στη θέση της βρίσκουμε την λέξη «λησμονιά». Παρ’ όλα αυτά η χρήση της λέξης «λήθη» ως τίτλου ανταποκρίνεται πλήρως στο περιεχόμενο του έργου, αφού σχετίζεται και με τη λήθη των νεκρών, αλλά σχετίζεται και με την έλλειψή της στους ζωντανούς, δηλαδή με το γεγονός ότι δεν μπορούν να ξεχάσουν τις πίκρες τους.

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Το κείμενο χαρακτηρίζεται από μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και μελαγχολίας. Ο Μαβίλης είναι επηρεασμένος εδώ από την απαισιόδοξη φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου Σοπενχάουερ καθώς και από το πνεύμα της ινδουιστικής και βουδιστικής θρησκείας, η οποία θεωρεί τη ζωή ως ένα είδος τιμωρίας των ανθρώπων.
ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ ΣΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ:
Ο ποιητής μάς δίνει ένα μέρος της γεωγραφίας του Κάτω Κόσμου, όπως τον φαντάζονταν οι αρχαίοι και όπως επιβίωσε στη δημοτική παράδοση. Αναφέρει την πηγή της «Λήθης», από την όποια αν πιουν οι ψυχές ξεχνούν όσα έζησαν, και το λιβάδι με τους ασφοδέλους, όπου οι ψυχές περιπλανιούνται άσκοπα. Ο Μαβίλης διαφοροποιείται από την αρχαία παράδοση στο εξής: ενώ για τον Πλάτωνα η ψυχή δεν είναι καλό να πιει από το νερό της «Λήθης», για να μην ξεχάσει τις προηγούμενες ζωές της, ο ποιητής μας αυτό το ενδεχόμενο το θεώρει ως κάτι το θετικό, γιατί έτσι η ψυχή ξεχνά τα βάσανα της ζωής.

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ:
Οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο παρουσιάζονται να διατηρούν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους:
1.Έχουν ανάγκες (διψούν).
2.Ενεργούν όπως οι άνθρωποι (πίνουν και περπατούν).
3.Έχουν ανθρώπινα συναισθήματα (θυμούνται, ξεχνούν, υποφέρουν)
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ:
Είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ήλιος βασιλεύει και αρχίζει η νύχτα. Είναι ώρα ανάπαυσης και ξεκούρασης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ώρα περισυλλογής (αυτοσυγκέντρωσης) και στοχασμού. Επίσης είναι η ώρα των αναμνήσεων, κατά την οποία μπορεί κάνεις να θυμηθεί ό,τι τον βασάνισε στο παρελθόν ή τώρα, δηλαδή είναι και ώρα θλίψης. Τέλος, παραδοσιακά είναι η ώρα των νεκρών.
ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ:
1.Ο ήλιος που δύει και πέφτει το σούρουπο.
2.Οι ψυχές που πίνουν νερό από την πηγή της Λησμονιάς.
3.Το δάκρυ που στάζει και μετατρέπει το νερό σε βούρκο.
4.Το λιβάδι με τους ασφοδέλους, όπου περιπλανιούνται οι ψυχές στον Κάτω Κόσμο.



ΟΞΥΜΩΡΟ ΣΧΗΜΑ:
«Οξύμωρο» λέγεται το σχήμα του λόγου, στο οποίο συνδυάζονται μεταξύ τους δυο εντελώς αντίθετες έννοιες, τις οποίες δε θα περιμέναμε ποτέ να τις βρούμε τη μια δίπλα στην άλλη. Στο κείμενό μας συναντάμε δυο οξύμωρα: 1) στον πρώτο στίχο τη φράση «καλότυχοι νεκροί» και 2) στον προτελευταίο στίχο τη φράση «τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν».


ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ:
Ο πρώτος και ο τελευταίος στίχος της Λήθης περιέχουν την κοινή λέξη «λησμονώ». Όταν ένα κείμενο αρχίζει και τελειώνει με την ίδια φρασεολογία, τότε λέμε ότι έχουμε το σχήμα του κύκλου.
.
Η ανάλυση του ποιήματος…
  1.  Οι ενότητες του ποιήματος
 
-      πρώτη ενότητα (στροφή 1): Οι καλότυχοι νεκροί
-      δεύτερη ενότητα (στροφή 2,3): Η ανάμνηση των πόνων της ζωής αποτέλεσμα του θρήνου των ζωντανών.
-      τρίτη ενότητα ( στροφή 4): Η δυστυχία των ζωντανών

2. Σχολιασμός των πρώτων λέξεων του ποιήματος


Η αρχή του ποιήματος αιφνιδιάζει τον αναγνώστη, γιατί οι έννοιες καλότυχοικαι νεκροίείναι αντιφατικές και η μια αποκλείει την άλλη, αφού ο θάνατος αποτελεί για τον άνθρωπο το πιο μεγάλο κακό και δεν είναι δυνατό με τη λογική να τον θεωρήσουμε μορφή καλής τύχης. Ωστόσο, ο ποιητής δικαιολογεί τη σύζευξη των δύο αντιφατικών εννοιών (οξύμωρο σχήμα) αμέσως παρακάτω με μια αναφορική-αιτιολογική πρόταση: που λησμονάνε την πίκρια της ζωής.  Θεωρείται λοιπόν «καλή τύχη» ο θάνατος και μακαρίζονται οι νεκροί, επειδή δε βασανίζονται φέρνοντας στο νου τους τις πίκρες, τα βάσανα, τους πόνους που είχαν δοκιμάσει στον επάνω κόσμο.Μάλιστα, κάθε μέρα, το σούρουπο, ανανεώνουν αυτή τη δυνατότητα της λήθης πίνοντας το νερό της λησμονιάς.

 3.Προτροπή για θρήνο προς τους ζωντανούς
Στο στ. 13 ο ποιητής μας προτρέπει να θρηνούμε για τους ζωντανούς και αυτό το αιτιολογεί στον επόμενο στίχο: οι ζωντανοί είναι αξιολύπητοι επειδή υποφέρουν πάντα από την ανάμνηση του πόνου που συνοδεύει τη ζωή και δεν μπορούν να τον διώξουν από τη σκέψη τους. Η πίκρια και οι πόνοι της ζωής, που ξεχνούν οι νεκροί και που δεν μπορούν να ξεχάσσουν οι ζωντανοί, είναι όσα δυσάρεστα μπορεί να συμβούν σε κάποιον στη διάρκεια της ζωής του και όσα βάσανα μπορούν να τον βρουν, όπως ο θάνατος αγαπημένων προσώπων, οι επώδυνες αρρώστιες, η κακή συμπεριφορά των άλλων, η αδικία, η εκμετάλλευση, η φτώχεια.
 
 
4.  Η συλλογιστική πορεία του ποιητή
 
Α. Πρώτη θέση του ποιητή: Οι νεκροί είναι καλότυχοι
Α1.Αιτιολόγηση θέσης: Ξεχνάνε τα βάσανα που είχαν στην επίγεια ζωή πίνοντας στον Κάτω Κόσμο το νερό της Λησμονιάς.
Α2. Συμπέρασμα: Δεν πρέπει να κλαίμε τους νεκρούς, όση θλίψη και να μας προξενεί ο θάνατός τους.
Α2α. Αιτιολόγηση:
-      Αν κλάψουμε, ενδέχεται κάποιο δάκρυ να πέσει στο νερό της Λησμονιάς.
-      Αν πέσει δάκρυ στο νερό της Λησμονιάς, αυτό θα θολώσει και θα χάσει την ιδιότητα της μετάδοσης της λήθης.
-      Αν πιουν οι νεκροί από το θολωμένο νερό,  θα ξαναθυμηθούν τα βάσανα της επίγειας ζωής και θα δυστυχήσουν.
-      Επομένως, κάνουμε κακό στους νεκρούς με το κλάμα μας γι’ αυτούς.
Β. Δεύτερη θέση του ποιητή: Αυτοί για τους οποίους πρέπει να θρηνούμε είναι οι ζωντανοί.
Β1. Αιτιολόγηση θέσης: Οι ζωντανοί είναι δυστυχισμένοι, επειδή ζουν μέσα στα βάσανα της ζωής, που δεν μπορούν να τα βγάλουν από το νου τους, κι ας το θέλουν πολύ.
 
5.  Η γλώσσα του ποιήματος
 
Η γλώσσα του ποιήματος είναι πλούσια, ωστόσο χωρίς μεγαλόστομες και ηχηρές λέξεις. Δεν έχει τίποτα ιδιαίτερο εκτός από την παρουσία μερικών ιδιωματικών στοιχείων: πίκρια, όντας, ακλουθήσει, α, όθε, βολεί. Το ύφος είναι λιτό και υποβλητικό, με λυρισμό στα σημεία στα οποία δίνονται οι εικόνες.
 
[λυρισμός: σύνολο γνωρισμάτων που συναντάμε στη λογοτεχνία (ποιητικό και πεζό λόγο) τα οποία έχουν να κάνουν με την έκφραση των συναισθημάτων του λογοτέχνη]

6.Μέτρο
Στο ιαμβικό μέτρο έχουμε εναλλαγή μιας άτονης συλλαβής με μια τονισμένη (χωρίζεται σε ζεύγη, δηλαδή, δύο συλλαβών όπου τονίζεται η δεύτερη), χωρίς να συμπίπτει απαραίτητα ο γραμματικός τόνος των λέξεων με τον τόνο του μέτρου. Για παράδειγμα, στον ακόλουθο στίχο το μέτρο λειτουργεί ως εξής:

Α / δε / μπο / ρείς / πα / ρά / να / κλαις / το / δεί / λι


 7.  Σχήματα λόγου του ποιήματος
 
Οξύμωρο:  καλότυχοι νεκροί
Συνεκδοχή: την πίκρια ( αντί: τις πίκριες),
                  λιβάδι’  απ’ ασφεδίλι (αντί: από ασφοδίλια)
Μεταφορά: κρουσταλλένια βρύση
Υπερβατό:  ξαναθυμούνται
                 διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδίλι
                 πόνους παλιούς
Μετωνυμία:τα μάτια σου ας θρηνήσουν
                 (= εσύ ας θρηνήσεις με δάκρυα από τα μάτια σου)
                 κρουσταλλένια βρύση (= βρύση με το κρουσταλλένια νερό)
Αντίθεση: κρουσταλλένια βρύση – βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
Κύκλος: με το ρήμα λησμονώ αρχίζει και κλείνει το ποίημα    σχηματίζοντας κυκλική σύνθεση ( αναφέρεται αρχικά στους νεκρούς και στο τέλος στους ζωντανούς)
Αποτροπή: Μην τους κλαις.
Προτροπή: Να κλαις.
ΑΣΚΗΣΗ 3 ΣΕΛ.70
Ποια αφηγηματικά πρόσωπα χρησιμοποιεί ο ποιητής, όταν αναφέρεται στους νεκρούς και στους ζωντανούς; Σε ποια από τις δυο κατηγορίες δίνει περισσότερη έμφαση και γιατί;

Ο ποιητής χρησιμοποιεί δυο αφηγηματικά πρόσωπα, το τρίτο για τους πεθαμένους και το δεύτερο για τους ζωντανούς (=αναγνώστες). Μολονότι επιφανειακά φαίνεται να κυριαρχεί το τρίτο πρόσωπο, εντούτοις η εμφάνιση στην πραγματικότητα πέφτει στους ζωντανούς, επειδή οι τελευταίοι νιώθουν τον πόνο της ύπαρξης πολύ περισσότερο από τους νεκρούς.


Η κριτική για το έργο του

«Ο άδολος πατριωτισμός, ο άυλος έρωτας, ο ιδανισμός, ο κερκυραϊσμός ως λατρεία προς το γενέθλιο χώρο είναι ευδιάκριτα γνωρίσματα και προσδίδουν μια ιδιότυπη μελαγχολία στο ποιητικό έργο του. Παράλληλα όμως μια φιλοσκώμμων διάθεση για καθετί το κοινό και εφήμερο και επιπλέον μια αδιαφορία για την πεζή καθημερινότητα προκαλούν επίσης το ενδιαφέρον και αιχμαλωτίζουν και γοητεύουν τον αναγνώστη της ποίησης και των άλλων κειμένων του. Όλα αυτά παριστούν έναν κόσμο με ψυχική ευγένεια, ρομαντική γενναιοψυχία και αριστοκρατική καλλιέργεια που, ωστόσο, απέρχεται με τη χαρμολύπη —ίσως και την πεισιθάνατη σκέψη— που απήλθε ο ίδιος ο ποιητής.»

(Θ. Πυλαρινός, Επτανησιακή Σχολή, Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σελ. 124-125)

«Πειθαρχεί στη λιτή και αυστηρή μορφή των δεκατεσσάρων στίχων και της υποχρεωτικής ομοιοκαταληξίας, που ασφαλώς περιορίζουν την έκφραση και την ευρύτερη διατύπωση των συναισθημάτων και των ιδεών. Είναι αυστηρά παρνασσιακός και στέκει δίπλα στο Γάλλο Heredia, με ισάξιους ομοτέχνους του —άλλου όμως είδους— το Γρυπάρη και τον Παλαμά (Σκαραβαίοι και Δεκατετράστιχα). Δεν είναι λοιπόν όλα τα σονέτα του αριστουργήματα, μερικά όμως αναμφισβήτητα είναι. Αυτό ακριβώς έκαμε τον Παλαμά να πει το 1912 ότι η ποίηση του Μαβίλη δεν είναι μεγάλος ποταμός, δηλ. πληθωρική, αλλά λιγοστή και άχραντη, πηγαίο νερό πεντακάθαρο, που αναβλύζει από ιερή πηγή: […] “πίδακος εξ ιεράς ολίγη λιβάς, άκρον άωτον”.
Οι πηγές της έμπνευσης του Μαβίλη είναι η ομορφιά, η γυναίκα, ο έρωτας, η φύση, τα οράματα του νου και της ψυχής, η Ελλάδα, η Κέρκυρα, η φιλία, η αρετή, η πίκρα της ζωής —αυτή προπάντων—, η μελαγχολία, η απαισιοδοξία, ο μηδενισμός, και ο θάνατος “ο ωραίος”. […] Υπάρχει πολλή φυσιολατρία, έξαρση ψυχής, αβρή μελαγχολία και ευγένεια αισθημάτων στην ποίησή του, ενώ δεν υπάρχουν θρησκευτικά βιώματα και μεταφυσικές ανησυχίες. Ο Μαβίλης είναι ποιητής αβρός, γήινος, αρρενωπός, πολύ πονεμένος και βαθύτατα ανθρώπινος.
Από τα ερωτικά του ποιήματα —ο έρωτας και η “πίκρα της ζωής” είναι οι δύο κύριοι άξονες της ποίησής του— δεν λείπουν τα αιθέρια οράματα, οι οπτασίες και οι ονειροπολήσεις για την αγαπημένη γυναίκα […]. Η φυσιολατρία του είναι επίσης διάχυτη και πηγαία. Τον μαγεύουν τα “ακύμαντα της θάλασσας ατλάζια”, η γαληνεμένη και “απάρθενη” θάλασσα της χαραυγής, η νύχτα με τα μυστήρια και τα μάγια της, με αστροφεγγιά ή με φεγγάρι, “με δίχως άστρα ουδέ φεγγάρι”, το σούρουπο, η χαραυγή, το θαλασσινό πρωινό, τα ερημικά ακρογιάλια, που συντονίζονται με τη μοναξιά της ψυχής του κ.ά. […]
Από την πίκρα της ζωής, ο “πόνος” ο δικός του και των ανθρώπων, η αβρή μελαγχολία που καταλήγει σε απαισιοδοξία και μηδενισμό, και τέλος ο θάνατος ως “λυτρωτής των πόνων” είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ευαισθησίας του. Η “πίκρα της ζωής” έρχεται και ξανάρχεται στα σονέτα του: “ο κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι”, “την πικρή να ξορκίσουμε κατάρα/ της ζωής”, “είδωλα 'ναι οι χαρές, καϋμός η αλήθεια”, “μάγο, ανέσπερο φέγγος του θανάτου”, “μην ξυπνάς. είμαι ο Θάνατος ο ωραίος” κ.ά. […]
Ο κατεξοχήν στίχος που χρησιμοποίησε ο ιταλοθρεμμένος Μαβίλης στο πρωτότυπο έργο του είναι ο ιαμβικός ενδεκασύλλαβος των Ιταλών, με την κανονική του μορφή, δηλ. με τονισμό στην έκτη συλλαβή. Κάποτε χρησιμοποιεί και τον ενδεκασύλλαβο dantesco (έτσι ονομάζεται από τη χρήση που του έκαμε ο Dante), που τονίζεται όχι στην έκτη αλλά στην έβδομη συλλαβή.
[…] Τέλος η γλώσσα του _καθαρή δημοτική με επτανησιακούς ιδιωματισμούς_ είναι πραγματικά πλούσια και ευρηματική, παρ’ όλους τους περιορισμούς που επιβάλλει η στιχουργική και νοηματική “ασφυξία” του σονέτου. Οι παραλλαγές και οι ταλαντεύσεις που υπάρχουν στα χειρόγραφά του […] δείχνουν με πόση ευσυνειδησία και προσοχή αναζητούσε την πιο κατάλληλη και πιο εύηχη λέξη για τους στίχους του, πώς επιζητούσε τη γλωσσική και νοηματική ευστοχία, τους απαλούς τόνους και τη μουσικότητα του στίχου, άσχετα αν δεν το κατόρθωνε πάντοτε.»

(Λ. Μαβίλης, Τα Ποιήματα, επιμ. Γ. Αλισανδράτος, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 1990, σελ. 23-29)

«Η περίπτωση του Λορέντζου Μαβίλη […] είναι εντελώς ιδιάζουσα. Τα νέα ρεύματα της εποχής του, συμπεριλαμβανόμενου και του συμβολισμού, τα οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία, εφαρμόζονται από τον Μαβίλη στην επτανησιακή ποιητική παράδοση, την οποία κατά βάση ακολουθεί. Από την άλλη μεριά, οι σοσιαλιστικές του πεποιθήσεις, κι αυτές γερμανικής προέλευσης, εναρμονίζονται με τα καθήκοντα απέναντι στην πολιτεία και την πατρίδα, όπως τα αντιλαμβάνονταν οι επτανήσιοι συγγραφείς. Το έργο του αντλεί ευγένεια αισθημάτων και έκφρασης ακριβώς από αυτή τη σύνθεση ποικίλων παραγόντων. Το σονέτο συνιστά τη μετρική μορφή στην οποία διατυπώνει ελεγειακά θέματα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, με μια μορφική πληρότητα εξαιρετικά σπάνια.»

(M. Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Οδυσσέας, Αθήνα, 1978, σελ. 282)

«Από τα σπάνια παραδείγματα όπου έργο ποσοτικά τόσο μικρό έχει τέτοιο ποιοτικό βάρος. Γιατί τα σονέτα του Μαβίλη, άψογα δουλεμένα, κατέχουν πραγματικά κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση: γλώσσα μεστή, στίχος επίμονα λεπτουργημένος, “πλούσια” (στην τεχνική σημασία του όρου) ομοιοκαταληξία. Και η ποιητική σκέψη κρυστάλλινη και διαυγής σαν τους στίχους του. Ο απαισιόδοξος τόνος της ινδικής φιλοσοφίας και η επίδραση του Schopenhauer δεν έχουν τη δύναμη να μαράνουν τη δροσιά της άμεσης επαφής με τα πράματα. “Ερασιτέχνης” κι αυτός, όπως ο δάσκαλός του ο Πολυλάς, διοχετεύει στους στίχους του το ανώτερο ήθος και την ανθρώπινη ευγένεια και αρχοντιά που τον χαρακτήριζε σ’ όλη του τη ζωή.»

(Λ. Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1980, σελ. 221-22)

«Ο κύριος τόνος των σονέτων του, σμίγοντας την παραδοσιακή μουσικότητα και απαλότητα του πατροπαράδοτου ιόνιου στίχου με μια γλωσσική αδρότητα που του την προσπόρισε η φανατική του προσχώρηση στην επαναστατική δημοτική του καιρού […] είναι τόνος αποκαλυπτικός και αποσκεπασμένα και έμμεσα, κάπως διδαχτικός, συμπερασματικός. […] Η ποίησή του είναι σοβαρή και αυστηρή. Κάθε σονέτο του είναι μια αλήθεια που πρέπει να μεταδοθεί σοβαρά, μέσα από μια διυλισμένη λυρική έκφραση, και με μια ποικιλία ρυθμικών τονισμών μέσα στα αξεπέραστα όρια του σονέτου […]. Τι άλλο είναι παρά διδαχή και αποκάλυψη τα σονέτα “Αμίλητα”, “Άλκης Παλαμάς”, “Λήθη”, “Έρως και Θάνατος”, “Ελιά”, “Υπεράνθρωπος”, “Ομορφιά”;
Ακόμα και στα τοπιογραφικά του σονέτα, εκείνα που εξεικονίζουν και μεταμορφώνουν σε παραδείσιες θέες τα αγαπημένα του κερκυραϊκά τοπία, διακρίνεται ένας τόνος αποκάλυψης. […] Τρία κύρια ρεύματα συναισθημάτων εκβάλλουν το ένα μέσα στο άλλο, δίνοντας μια συγκεκριμένη μορφή στην ποίησή του: Η αγάπη του προς τη μητέρα του. Η αισθητική του λατρεία προς την ωραία Κέρκυρα και τα μοναδικά της τοπία. Και το πάθος του για την Ελλάδα, “Ελλάδα-Ιδέα”, “Ελλάδα-μεγάλη πατρίδα”, “Ελλάδα-γλώσσα του λαού”. Το συναισθηματικό αυτό σύμπλεγμα είναι ο λαμπρός θυρεός της άκρας ποιητικής του ευγένειας. Και τα τρία αυτά γενικότερα συναισθήματα στα σονέτα του δεν έχουν τίποτα το βαρύ, το ρητορικό, το υλικό, το χοϊκό. Είναι συναισθήματα “αφιλοκερδή”, ροπές φυγόκεντρης ψυχικότητας, που μας λυτρώνουν από το ασφυχτικό εγώ μας. […] Από μιαν άποψη, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίηση του Μαβίλη “ιπποτική”. Και η ιπποτική και ιδανική αυτή ποίηση, που όμως έχει και ένα υπόστρωμα γνήσιου αισθησιασμού […] έτσι καθώς είναι βυθισμένη στη μόνιμα αιθέρια μελαγχολία του ποιητή, αποχτάει έναν ακόμα τίτλο ευγενείας, που την κρατά ξεχωριστή και ζωντανή, στην τόσο αλλότροπη για την ποίηση εποχή μας, και μάλιστα με την προσθήκη ότι το σονέτο, σαν είδος ποιητικής μορφής, έχει από δεκάδες χρόνια τώρα πεθάνει.»

(Α. Καραντώνης, Φαναριώτικη και επτανησιακή ποίηση, Επικαιρότητα, Αθήνα, σελ. 150-152)


Τραγούδι βασισμένο στη Λήθη του Μαβίλη:
 Της Άρνης το νερό

Μουσική Στίχοι Ερμηνεία: Σταύρος Σιόλας


1ο βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης 2006. Τραγούδι σε Παραδοσιακό ρυθμό.

Σημείωση:  Άρνη είναι μια πηγή στην Άνδρο αν και στην αρχ. Ελλ. Μυθολ. Άρνη ήταν η πηγή που βρισκόταν στον κάτω κόσμο στη Λήθη από όπου έπιναν οι νεκροί για να ξεχάσουν τι άφηναν στον πάνω κόσμο.
Μελετήστε και ακούστε το τραγούδι «Της Άρνης το Νερό»: πώς βλέπετε να διατρέχει το θέμα της «λήθης» την καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία στη διάρκεια τόσων αιώνων; Πού αποδίδετε τη διαχρονικότητα αυτού του προβληματισμού;







Στο δημοτικό τραγούδι δίνεται μια εικόνα του Κάτω Κόσμου. Σε τι διαφέρει από την αντίστοιχη εικόνα που δίνει ο Μαβίλης;
ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΜΑΝΝΑΣ ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ

Κόρη μου, σε κλειδώσανε κάτω 'ς την Αλησμόνη, 
που 'ς τό μπα δίγουν τα κλειδιά, 'ς το έβγα δεν τα δίγουν, 
και 'ς το μπαινοξανάβγαρμα σφιχτά σε μανταλώνουν,
που κόρη μάννας δε μιλεί, μηδέ 'ς την κόρη η μάννα, 
μηδέ τα τέκνα 'ς τους γονιούς, μηδέ οι γονιοί 'ς τα τέκνα, 
κι' ο βασιλές ακόμη κει με όλους μας ειν' ίσια. 
Εκεί 'ν'τα σπίτια σκοτεινά, οι τοίχοι ραχνιασμένοι, 
εκεί μεγάλοι και μικροί ειν' ανακατεμένοι.



"Ευτού που κίνησες να πας 'ς το μακρινό ταξίδι, 
θέλω να ειπής 'ς τη μάννα σου πότε θα ρθης 'ς το σπίτι, 
νά χω κ' εγώ μια παντοχή, νά χω και την ελπίδα, 
λελούδια να χω 'ς την αυλή, τριαντάφυλλα στρωμένα, 
να σου χω γιόμα μυστικό, και δείπνο να δειπνήσης,
να χω νερό για να λουστής, ρούχα καλά ν' άλλαξης, 
να στρώσω και την κλίνη σου, να πέσης να πλάγιασης. 
-Λελούδια συ να τα χάρης, τριαντάφυλλα να τά χης, 
κι' αν έχης γιόμα, γέψου το και δείπνο δείπνησέ το, 
κι' αν έχης και νερό ζεστό, λούσου το μοναχή σου, 
κι' αν εχης ρούχα φόρεσ' τα, κοιμήσου 'ς το κρεβάτι. 
Το δρόμον οπού πέρασα, δεν τον ξαναδιαβαίνω. 
Θα πάω 'ς της Άρνης τα βουνά, 'ς της Αρνεσιάς τη βρύση, 
κ' έχω της γης για στρώματα, σεντόνια έχω το χώμα, 
και γεύομαι τον κουρνιαχτό, δειπνάω από το χώμα, 
και πίνω τ' ωριοστάλαχτο της πλάκας το φαρμάκι.
-Σαν αποφάσισες να πας, να μην ξαναγυρίσης, 
άνοιξε τα ματάκια σου να μ' αποχαιρετήσης, 
να μας αφήσης το χε γεια και το μεγάλον πόνο."









Η λήθη (Πάμπλο Νερούντα)




Όλη την αγάπη σ’ ένα φλιτζάνι
πλατύ σαν τον κόσμο, όλη
την αγάπη με αστέρια κι αγκάθια
σ’ την έδωσα, μα εσύ έφυγες
με μικρά ποδαράκια, με τακούνια λασπωμένα
πάνω απ’ τη φωτιά, το ‘σκασες.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Εγώ  πάλι δεν ανέκοψα την πάλη,
δεν σκόνταψα τραβώντας για να ζήσω,
να ‘βρω ειρήνη, να ‘χουν όλοι ψωμί,
αλλά σε σήκωσα στα μπράτσα μου
και σε κάρφωσα στα φιλιά μου
και σε κοιτάζω, όπως ποτέ
μάτια ανθρώπινα δεν έχουν κοιτάξει.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Τότε δεν μέτραγες το μπόι μου
και τον άντρα που σου μοίραζε
το αίμα, το σιτάρι το νερό  ̇
και τον μπέρδευες
με το μικρό έντομο που ‘χε πέσει στην ποδιά σου.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου!
Μην περιμένεις να στραφώ απ’ τα πέρατα
να σε ξανακοιτάξω  ̇ μείνε με ό,τι
σου άφησα, πορεύου
με την προδομένη φωτογραφία μου,
εγώ θα συνεχίσω την περιπλάνηση,
ανοίγοντας δρόμους πλατιούς ενάντια στο σκότος,
απαλύνοντας της γης το χώμα, ξαναμοιράζοντας
το αστέρι σ’ όσους κοπιάσουν να ρθούνε.
Κούρνιασε στο δρόμο. η νύχτα για σένα έπεσε.
Το πρωί μπορεί με την αυγή να ξαναϊδωθούμε.
Αχ, μεγάλη αγάπη, μικρούλα αγαπημένη μου! 
Τίτλος πρωτοτύπου: El olvido
Από τη συλλογή Los versos del Capitán (1952) 
Η γνωριμία τής Μυρτιώτισσας με τον Λορέντζο Μαβίλη υπήρξε ιδιαίτερα καθοριστική και για τη ζωή και για το έργο τής ποιήτριας. Κατά τον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, ο μεγάλος αυτός Επτανήσιος λυρικός ποιητής κατετάγη ως εθελοντής λοχαγός των Γαριβαλδινών ερυθροχιτώνων. Κι εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Μαβίλης ήταν το βασιλόπουλο του παραμυθιού για τη μεγάλη ποιήτρια ...


Σ Αγαπώ - δεν μπορώ


τίποτ 'άλλο να πω


πιο βαθύ, πιο απλό


πιο μεγάλο! ...

έγραφε για κείνον ...



Επίσης, για τον Λορέντζο Μαβίλη είναι πιθανόν να έγραψε η Μυρτιώτισσα το ποίημα «Τι άλλο, Καλέ μου», που ανήκει κι αυτό στη συλλογή της «Κίτρινες Φλόγες», εκδοθείσα το 1925, δηλαδή 13 χρόνια μετά τον θάνατό του (στις 28 Νοεμβρίου του 1912, στη μάχη του Δρίσκου, κοντά στα Ιωάννινα).

Τί 'Αλλο Καλέ Μου... *

Τί άλλο, καλέ μου, ζητάς από μένα
και στέκεις θλιμμένος μπροστά στη μορφή μου,
αφου κι η καρδιά μου, αφού κι η ψυχή μου,
-κι ας είσαι νεκρός- πλημμυρούν από Σένα;

Τα θεία τραγούδια σου ένα προς ένα
τα ζει κάθε νύχτα η ψάλτρα φωνή μου,
γενήκαν αυτά μοναχή προσευχή μου,
αγνή προσευχή, γεννημένη από Σένα!

Γιατί με κοιτάζεις με μάτια θλιμμένα;
Λαμπάδα σου ανάβω την ίδια ψυχή μου
και μέρα τη μέρα σκορπά κι η ζωή μου
για Σένα, τα ρόδα της τα χλωμιασμένα.

''Δακρυόεν γελάν''

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΕΣΣΙΜΙΣΜΟΣ

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ



To καθημέρα των Ελλήνων είναι το όρος Σίπυλο της Νιόβης, όπου όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίουσα ιτιά. Εδώ ως και τα ζώα μύρουνται και δακρύζουν. Θυμήσου, για παράδειγμα, τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα.
Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών. Το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος.
Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι Έλληνες.
Κανένας λαός δε βυθίστηκε όσο οι Έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς.
Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης μπροστά στον καημό των Ελλήνων είναι αθλοπαιδιές και αθύρματα.
Και καμία θεωρία που υψώθηκε στο γενικό δεν άφηκε να της ξεφύγουν τόσες φωνές αίρεσης, παράπονου, και απόγνωσης, όσο η κοσμοθεωρία των Ελλήνων.
Οι Έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί, δουλέψανε το νοήμα της μοίρας και της συμφοράς. Σε σχέση με τον άνθρωπο το άδικο το είδαν σε κλίμακα παναθρώπινη. Και σε σχέση με τον κόσμο το κακό το είδαν σε κλίμακα παγκόσμια. Το κακό που είδαν οι Έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και το ‘κλείσε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.
Είναι παράξενο που ετούτος ο Καύκασος της μοναξιάς και του πάγoυ φαίνεται πως δε φαίνεται στα έργα και στα λόγια τους.
Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε όλους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου.
Από ένα σημείο μάλιστα και πέρα αυτό το παράξενο γίνεται θαυμαστό. Γιατί όλος εκείνος ο κόσμος τoυ θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή υπερηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη.
Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο, όραση και εννόηση της βαθύτερης οργάνωσης του σύμπαντος.
Γίνεται το μελαγχολικό μειδίαμα ενός μελλοθάνατου που βλέπει ότι πεθαίνει. Δεν αφήνεται όμως στην παρηγοριά που προσφέρεται να του δώσει ο λόγος των γύρω του ότι θα ζήσει χρόνια ακόμη.
Αυτός ο μεταπλασμός της μελαγχολίας των Ελλήνων σε τέχνη είναι καίριας σημασίας. Γιατί άλλαζε το ποιόν και την υφή της. Τη μετάτρεψε από άρνηση σε δύναμη, και από εγκατάλειψη σε καρτερία.
Έγινε δηλαδή ένας πεσσιμισμός χαρούμενος. Μια δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι Έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Όμηρος τη λέει δακρυόεν γελάν.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου