ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ο ''Zητιάνος'' του A. Καρκαβίτσα

                                                              '' Εγώ μεγάλως εκτιμώ κι αυτόν τον Καρκαβίτσα
                                                        Που  ναι γιατρός στ' ατμόπλοια με λιάρα και με γκλίτσα''

Γ. Σουρής
O ''Zητιάνος'' του A Καρκαβίτσα είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο έργο του συγγραφέα και ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο γράφτηκε το 1896 και δημοσιεύτηκε σε 54 συνέχειες στην εφημερίδα Εστία από τις 9-4-1896 ως τις 8-6-1896. Οι μελετητές έχουν υποστηρίξει διάφορες απόψεις στην προσπάθειά τους να κατηγοριοποιήσουν το συγκεκριμένο έργο. Άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι είναι νουβέλα, άλλοι το έχουν χαρακτηρίσει διήγημα, ενώ άλλοι μυθιστόρημα. Ο Π. Δ. Μαστροδημήτρης (Ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα, 1996, σ. 60) αναφέρει χαρακτηριστικά: «Στο πλαίσιο της πεζογραφίας, συχνά είναι δύσκολη η διάκριση της νουβέλας από το διήγημα, ενώ, από την άποψη της σύνθεσης ευρύτερων καταστάσεων, η νουβέλα ανήκει ως ένα βαθμό στο «γένος» του μυθιστορήματος… Έπειτα από όλα αυτά, νομίζω ότι ειδικά στην περίπτωση του Ζητιάνου δε θα είχε νόημα να επιμείνουμε στην πρόκριση ενός μονολεκτικού ειδολογικού χαρακτηρισμού». Η ιστορία διαδραματίζεται στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας, που τότε βρισκόταν κοντά στα σύνορα με την Τουρκία και ο χρόνος της ιστορίας διαρκεί τρεις μέρες. Ήρωες του διηγήματος είναι οι Καραγκούνηδες κάτοικοι του χωριού, ο ρουμελιώτης ζητιάνος Κώστας Τζιρίτης (ή Τζιριτόκωστας), ο παραγιός του ο Μουτζούρης, ο τελωνοφύλακας Πέτρος Βαλαχάς και οι κρατικές αρχές της Λάρισας. Το έργο ξεκινά με την περιγραφή του θεσσαλικού χωριού που βρίσκεται σε κατάσταση εξαθλίωσης. Ο Καρκαβίτσας στο πρώτο κεφάλαιο με παραστατικότητα και ρεαλισμό περιγράφει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης καθώς και την εκμετάλλευση των φτωχών χωρικών από τους μεγαλοτσιφλικάδες της Θεσσαλίας και μας παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, κυρίως τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και τον ζητιάνο που προσπαθεί να κερδίσει την συμπάθεια του. Ο Βαλαχάς σκληρός απέναντι στους ζητιάνους ξυλοφορτώνει τον Τζιριτόκωστα. Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Καρκαβίτσας κάνει μια παρεμβολή στη διήγησή του και μας περιγράφει το χωριό καταγωγής του ζητιάνου, τα Κράκουρα, όπου όλοι οι κάτοικοι έχουν ως κύριο επάγγελμά τους τη ζητιανιά. Οι γεροντότεροι έχουν ως έργο να «διδάξουν» στους νεότερους την τέχνη της επαιτείας και χαρακτηριστικός είναι ο Κουτσοκουλόστραβος χορός, που μιμείται τις κινήσεις και τις εκφράσεις των ανάπηρων ανθρώπων. Μεγαλωμένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Τζιριτόκωστας έδειξε από μικρή ηλικία την έφεσή του στην επαιτεία. Νοίκιαζε φτωχά και ανάπηρα παιδιά από τους γονείς τους, τους μάθαινε τα μυστικά της ζητιανιάς και ταξίδευε μαζί τους σε όλη την Ελλάδα, τη Σμύρνη, την Πόλη, μέχρι τη Βουλγαρία και τη Βλαχία. Όμως πλέον δεν ταξίδευε στο εξωτερικό. Του αρκούσαν τα εισοδήματα που κέρδιζε από τον Μωριά και τη Ρούμελη. Έτσι έφτασε στο Νυχτερέμι, όπου συναντήθηκε και ξυλοφορτώθηκε από τον Βαλαχά. Ο αδίστακτος Τζιριτόκωστας εκμεταλλεύεται την καλοσύνη των αφελών κατοίκων του χωριού, οι οποίοι τον λυπούνται και τον φροντίζουν. Μόλις απομακρύνονται και τον αφήνουν να ξεκουραστεί, αποκαλύπτεται η πραγματική φύση του ζητιάνου. Πίνει απ’ το κρασί που του έδωσαν και λέει χαρακτηριστικά: «Στην υγειά σας, ζωντόβολα! Πάντα νάρχεστε, πάντα να φέρνετε!...» Στο τρίτο κεφάλαιο, ο Καρκαβίτσας περιγράφει το πώς ο Τζιριτόκωστας εκμεταλλεύεται την αμάθεια και τις προλήψεις των γυναικών του χωριού για να κερδίσει όσα περισσότερα χρήματα μπορεί. Παρασύρει τις γυναίκες και προσαρμόζει τη συμπεριφορά του ανάλογα με τις επιθυμίες του εκάστοτε θύματός του. Πουλάει σε μία από αυτές που δεν έχει αρσενικά παιδιά το σερνικοβότανο και σε μια άλλη το αγαπόχορτο, με το οποίο πιστεύει πως θα κάνει τον αγαπημένο της να την επιθυμήσει. Βέβαια κανένα απ’ αυτά τα βότανα δεν έχει τις μαγικές ιδιότητες που υποστηρίζει ο ζητιάνος. Είναι μάλιστα τόσο αδίστακτος που εν γνώσει του δίνει σε μια χωρική που ζητά το σερνικοβότανο εκτρωτική σκόνη. Προσπαθώντας να δικαιολογηθεί σκέφτεται: «Αλλά γιατί και αυτή να μην είναι τόσον έξυπνη, ώστε να μη γελασθή; Έπειτα οι καπάτσοι από τους κουτούς θα ζήσουν». Στο τέταρτο κεφάλαιο ο Καρκαβίτσας επινοεί ένα αναπάντεχο περιστατικό που θα δώσει την ευκαιρία στο ζητιάνο να εκδικηθεί τον Βαλαχά για το ξύλο που του έδωσε. Ο παραγιός του ζητιάνου, ο Μουτζούρης, πέθανε και οι χωριάτες τον βάζουν δίπλα στο στάβλο του σπιτιού του Βαλαχά. Όταν αυτός σηκώνεται από τον ύπνο, όλοι νομίζουν ότι ο Μουτζούρης βρικολάκιασε! Με πρωτεργάτη το ζητιάνο, βάζουν φωτιά στο σπίτι του Βαλαχά για να εξοντώσουν με αυτό τον τρόπο τον βρυκόλακα. Η φωτιά επεκτείνεται και καίει και το κονάκι του μπέη. Στο τελευταίο κεφάλαιο εμφανίζονται απεσταλμένοι από τις κρατικές αρχές της Λάρισας, σταλμένοι για να διαπιστώσουν τι συνέβη στο Νυχτερέμι. Αρχικά υπέθεσαν ότι οι Καραγκούνηδες επαναστάτησαν εναντίον του Ντενίς μπέη που ακόμα κατείχε εκείνα τα εδάφη. Μετά από ανακρίσεις οι ντόπιοι κατηγορούν για όλα τον ζητιάνο, ο οποίος όμως δε βρίσκεται πια στο χωριό. Έχει κρυφτεί στα χωράφια, αφού πρώτα άλλαξε την αμφίεσή του και πλέον είναι ντυμένος σαν καραβοτσακισμένος ναυτικός, ο οποίος έχασε τα πάντα και περιφέρεται ζητιανεύοντας. Καταφέρνει μάλιστα να συγκινήσει με τις ψεύτικες ιστορίες του τον νομάρχη, τον ανακριτή και τους υπόλοιπους. Η έρευνα των αρχών ανακαλύπτει ζωντανό αλλά σε άθλια κατάσταση τον Βαλαχά και ο ανακριτής ζητά από τον μεταμφιεσμένο Τζιριτόκωστα να μεταφέρει στη Λάρισα τον Βαλαχά. Οι άνδρες κάτοικοι του χωριού συλλαμβάνονται και μεταφέρονται σιδεροδέσμιοι για να δικαστούν για τον εμπρησμό του κονακιού. Το έργο τελειώνει με την αυτοκτονία της χωρικής που πήρε τη σκόνη του Τζιριτόκωστα και με το ζητιάνο να ταξιδεύει για να συνεχίσει αλλού το αποτρόπαιο έργο του. Ο Καρκαβίτσας στο ζητιάνο κατάφερε να περιγράψει την αμάθεια, την εξαθλίωση και τις δεισιδαιμονίες του απλού λαού της ελληνικής υπαίθρου σε ζωντανή δημοτική γλώσσα και να μας κληροδοτήσει ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865-1922) είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος στον ελληνικό χώρο, μετά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ως συγγραφέας έχει έντονο λαογραφικό ύφος, σχεδόν ωμός νατουραλιστής, γεγονός που αντικατοπτρίζει την λογοτεχνική στάση αρκετών συγγραφέων της εποχής του, όπου μέσα από σύντομα ή εκτενέστερα διηγήματα περικλείουν εικόνες από την ζωή της υπαίθρου και της θάλασσας (αγροτική, ναυτική ζωή). Εν τούτοις, μέσα από την νατουραλιστική του νουβέλα Ο Ζητιάνος (εκδ. 1897), η απλή παρατήρηση γίνεται φωνή διαμαρτυρίας που έχει χαρακτήρα κοινωνικής κριτικής· οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει και συγγράφει είναι ταραχώδεις και έντονες.
Το 1881 με την εκλογή του Χαρ. Τρικούπη στην εξουσίαη Ελλάδα μπαίνει στον στίβο του εκσυγχρονισμού. Η πορεία της δεν είναι συγκρίσιμη με την εκβιομηχάνιση που πραγματοποιείται στην Δύση. Σύντομα ο συνδυασμός της πτώχευσης του 1893, της έκβασης του πολέμου ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και η βρετανική επιρροή οδηγούν την Ελλάδα σε κοινωνικό και οικονομικό αδιέξοδο.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αναπτύσσεται το ηθογραφικό διήγημα, ως η κεντρική τάση της πεζογραφίας εκείνα τα χρόνια στον ελληνικό χώρο· οι εκπρόσωποι του λογοτεχνικού αυτού είδους, μέσα στο πλαίσιο της περιγραφής των ηθών χρησιμοποιώντας έντονα ψυχογραφικά στοιχεία και εξαντλητικές περιγραφές χαρακτήρων και τοπίων, αποτυπώνουν όψεις της ελληνικής πραγματικότητας. Ως ήρωες επιλέγονται τύποι ανθρώπων αδικημένοι, περιθωριακοί, απόκληροι και γενικότερα παρουσιάζονται ως πρωταγωνιστές άνθρωποι θύματα της κοινωνίας. Το ηθογραφικό διήγημα είναι εκείνο δηλαδή που περιγράφει την ελληνική ύπαιθρο, το ελληνικό χωριό και τους απλοϊκούς του κατοίκους.
Ο Καρκαβίτσας, ως ένας από τους πρώτους συγγραφείς που με την λογοτεχνία υπηρετούν κοινωνιστικές ιδέες, μέσα από το έργο του αποτυπώνει την αθλιότητα της ελληνικής υπαίθρου. Ο Ζητιάνος, ίσως το σημαντικότερο νατουραλιστικό διήγημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αναφέρεται στην ιστορία ενός επαγγελματία ζητιάνου από τα Κράβαρα, του Τζιριτόκωστα, ο οποίος καταφέρνει με την πανουργία του να εκμεταλλευτεί και αναστατώσει ένα ολόκληρο χωριό κολίγων του θεσσαλικού κάμπου και στο τέλος να ξεφύγει ευνοημένος.
Από την πλευρά του ηθογραφικού μυθιστορήματος, το έργο του Καρκαβίτσα βρίθει στοιχείων που χαρακτηρίζουν την πολιτισμική πραγματικότητα της υπαίθρου, γεγονός που επιτυγχάνεται μέσω της χρήσης της ντοπιολαλιάς των χωρικών και της παρουσίασης στοιχείων που χαρακτηρίζουν την παραδοσιακή δομή των κλειστών κοινωνιών και την καθημερινότητά τους, σε αντίθεση με την αστική πραγματικότητα. Χαρακτηριστικά μέσα από την περιγραφή εικόνων που συνθέτουν την ζωή του χωριού, όπως «Το Νυχτερέμι δεν είνε και από τα μεγάλα χωριά της Θεσσαλίας…, τα δουλωμένα και τα’ ανάξια υπάρξεως.», «Κάτω στο λασπωμένο μεσοχώρι μισόγυμνα, …και τ’ άλλα χτήνη του χωριού.», «…και άλλον κόσμο δεν γνωρίζουν από τα ζώα και τα σπαρτά τους και μελεξιλόγιο που ανταποκρίνεται σ’ αυτό των χωρικών, όπως «Μαρή θύγω! Θύγω μάρη!...έρχονται τα ζα», «Δούλευε, ντορή μου,… », η ίγγλα,κακομενιτεύωτα καμπανέλιατο μουτάφιη μαμαλίγκαμπέλτα και άλλα, ο συγγραφέας αποτυπώνει καθημερινές πτυχές της ζωής των χωρικών.
Ο συγγραφέας και στρατιωτικός γιατρός από τα Λεχαινά Ηλείας, έχοντας συμπληρώσει τις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής του, ξεκίνησε τα ταξίδια του στον ελληνικό χώρο και δη στην ύπαιθρο, με σκοπό την συλλογή λαογραφικού και ιστορικού υλικού, ώστε να το χρησιμοποιήσει στην σύνθεση των έργων του. Συνεπώς η χρήση στοιχείων από την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου καταδεικνύουν το συστηματικό του ενδιαφέρον να αναδείξει μέσα από το λόγο του το λαϊκό πολιτισμό: «Ο χωριάτης μέσα στην τόση καλοσύνη…γεννά όλο θηλυκά παιδιά.», «έναν μαυροκόκκινον αραποσιτόκωνο…προλέγει το γρήγορο φθάσιμο λατρευτού συντρόφου», «Εδώ όμως στους Καραγκούνηδες η προίκα είνε τίποτα…δουλεύει και στο σπίτι», «Ευρέθηκαν όμως και γυναίκες που…εγέλασαν μόνο πονηρά και τίποτε περισσότερο». Ο χρόνος εξατομικεύεται ή μεταβάλλεται σε μία συλλογική διάρκεια χωρίς όρια και ποιοτικές αλλοιώσεις, διάρκεια που ταυτίζεται με την επανάληψη μέσα σε έναν αγροτικό χώρο όπου αναπαράγονται σταθερά τα ίδια ήθη και έθιμα («Ήξερεν η πολυκάτεχη…να είνε προφυλαγμένες»).
Ο Ζητιάνος πέραν του ηθογραφικού του ύφους και περιεχομένουχαρακτηρίζεται και ως ένα από τα πλέον επιτυχημένα δείγματα νατουραλιστικής γραφής. Από τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεύματος του νατουραλισμού είναι η εξαντλητική περιγραφή του χώρου, των ανθρώπων και των καταστάσεων, η ακριβής παρατήρηση και η ‘‘φωτογραφική’’παρουσίαση της πραγματικότητας, όπως επίσης και η ενεργή συμμετοχή του περιβάλλοντος στην υπόθεση, αλλά και της κληρονομικότηταςδιαμορφώνοντας τους ήρωες και την κατάληξή τους. Χωρία του διηγήματος, όπως «Τις επισκέψεις του αυτές…για τον πρόστυχον αυτόν φόρο της δουλείας τους.», «Τα νεύρα τους μέσα…στις εξωτερικές επιρροές.», «Το χωριό εφαινόταν έρημο…την γυαλιστερή και μαλακή τρίχα τους», «Και ο Τζιριτόγιωργας…να τιμήση το σπίτι του.», «…κατά την συνήθεια που έχουν στην Ρούμελη…της ελληνικής ζητιανιάς.», «Το ζητιάνικο αίμα…να παγώνη στον κίνδυνο…» βοηθούν τον αναγνώστη να εντρυφήσει στον περιβάλλοντα χώρο της ζωής της υπαίθρου, σ’ αυτήν την πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας, όπου τόσο η κληρονομικότητα όσο και η φύση λειτουργούν καθοριστικά χαρακτηρίζοντάς την.
Ωστόσο πέραν από τις περιπτώσεις που η ηθογραφία άνοιγε έναν παράλληλο δρόμο προς τον νατουραλισμό, δεν ήταν λίγες και αυτές που αποσκοπούσαν σε μία κοινωνική κριτική της υπάρχουσας κατάστασης. Και το κοινωνικό ενδιαφέρον του συγγραφέα είναι πρόδηλο, εφόσον παρουσιάζει την αθλιότητα και την φτώχεια που επικρατούσε στους κολίγους της Θεσσαλίας.
Η αναγκαιότητα για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ευλόγως παρουσιάζεται στον Ζητιάνο”, καθώς η ύπαρξη του γενέθλιου τόπου του ζητιάνου (όπου όλοι οι κάτοικοι είναι επαγγελματίες επαίτες) και η δυσχερής θέση των δουλοπάροικων της Θεσσαλίας («τι καλοί άνθρωποι αυτοί οι Καραγκούνηδες…τον απολάψουν»), που μόλις τότε είχαν περιέλθει στον ελληνικό έλεγχο, υπογραμμίζουν την κοινωνική σημασία της πραγματοποίησης αυτού του στόχου («Έπρεπε να έχουν υπομονή…θα σωθή το Ρωμαίικο!»).
Ο ζητιάνος εκμεταλλεύεται την αμορφωσιά και την αθλιότητα των κολίγων του θεσσαλικού κάμπου («Στην υγειά σας ζωντόβολα…πάντα να φέρνετε»)· είναι ένας αγύρτης, ένας επαγγελματίας επαίτης, ο οποίος καταφέρνει να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του την τυφλή, ως αποτέλεσμα της αμάθειάς τους, εμπιστοσύνη των χωρικών («Ο Τζιριτόκωστας εγνώριζε πολύ καλά…διάφορες αδυναμίες και μυριοπρόσωπες ανάγκες.», «Ο Τζιριτόκωστας ενόησε τώρα την απελπισία τους…χωρίς δισταγμό.»), αυτής της «δούλης γενεάς», όπως τους αναφέρει ο τελωνοφύλακας Βαλαχάς.
Η αβεβαιότητα που κυριαρχεί στον περιορισμένο ελλαδικό χώρο και η τραγική συγκυρία του ατυχούς πολέμου (1897) με την Οθωμανική Αυτοκρατορία που βρίσκονταν σε οικονομική φθορά, συνάδουν με την κλειστή κοινωνική πραγματικότητα της υπαίθρου, όπου επικρατεί το σύστημα των τσιφλικιών Είνε αλήθεια πως το έδωκαν με κάποιους όρους…αρνήθηκαν τα δοσίματα και έτρεξαν στα δικαστήρια να δικαιωθούν»)με αποτέλεσμα το χαμηλό βιοτικό και πνευματικό επίπεδο των χωρικών. Το μυθιστόρημα είναι μια σκοτεινή ζωγραφιά της ανθρώπινης ποταπότητας από την μια μεριά και της αθλιότητας από την άλλη («χωριό της Ελλάδος…τέτοια πρόοδο»), και συνάμα ένας αδυσώπητος έλεγχος της κοινωνίας, της ελληνικής κοινωνίας του καιρού του Καρκαβίτσα· εξάλλου το συγγράφει το 1896, μία χρονιά πριν τον πόλεμο.
Η παρουσία των διεφθαρμένων αξιωματούχων, ο τελωνοφύλακας που καταριέται τους δούλους και απαίδευτους μαθήσεως χωρικούς («Τι θέλουν και ζουν στον κόσμο…και να λείψη μια για πάντα η δούλη αυτή γενεά μέσ’ από την αγκαλιά της ελευθερίας και του φωτός!»), αλλά και η εμφανής δυστυχία των χωρικών στην οποία τους υποχρεώνει το ελληνικό κράτος («-Τούρκοι, λέει!...Να δώση ο Θεός!») προδίδουν μέσα από τις στιχομυθίες και τους μονολόγους των την πραγματική πλευρά της ελληνικής υπαίθρου, η οποία διαφέρει κατά πολύ από αυτήν που επικρατούσε στον δυτικό κόσμο, στα τέλη του 19ου αιώνα και παρουσιάζονταν μέσα από τις νουβέλες και τα νατουραλιστικά διηγήματα. Σε αυτό το σημείο άλλωστε διαφοροποιείται ο Ανδρέας Καρκαβίτσας από τους νατουραλιστές· στο γεγονός ότι η νατουραλιστική αίσθηση του αδιεξόδου εξισορροπείται από τα μεγάλα αλυτρωτικά οράματα του συγγραφέα.


Αναφορικά με την αναδρομική αφήγηση που παραθέτει ο πελοποννήσιος συγγραφέας (στις σελίδες 36-45), το απόσπασμα μάς επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε την ιδιοσυγκρασία αυτού του αντιήρωα, μέσα από τις αναφορές στην ζωή και τα χαρακτηριστικά του τόπου του. Για τον νατουραλισμό, η ψυχογράφηση των χαρακτήρων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ζητούμενά του. Η φύση παρέχει τα γνωρίσματα αυτά που συμπληρώνουν την προσωπικότητα του ήρωα, παράλληλα, εντούτοις, με το περιβάλλον, τις περιστάσεις και τους εξωτερικούς παράγοντες, με αποτέλεσμα η ζωή του να ορίζεται από αυτές.
Το χωριό Κράβαρα της ορεινής Ναυπακτίας είναι το χωριό των επαγγελματιών επαιτών. Δραματικοί πρωταγωνιστές, συνάμα αντιήρωες, οι κάτοικοι του χωριού παρουσιάζονται μέσα από τη μυθολογική λειτουργία του παρελθόντος ως κληρονόμοι μιας μοίρας με ειδικές ανάγκες. Για τις ανάγκες της κλειστής τους κοινωνίας, ο πληθυσμός έχει εντρυφήσει στις πρακτικές της επαιτείας με αποτέλεσμα η ζητιανιά να αποτελεί τον επαγγελματικό τους προορισμό, σε μια εποχή που ο υπόλοιπος κόσμος μοχθεί για να βγάλει τα προς το ζην.
Από μικρά παιδιά κιόλας, οι Κραβαρίτες μεγαλώνουν και αντρειώνονται δίπλα στους γεροντότερους παρακολουθώντας μαθήματα και ασκήσεις που θα τους επιτρέψουν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες του επαγγέλματός τους. Όταν οι άντρες λείπουν στα μακρινά τους ταξίδια και οι γυναίκες ασχολούνται με τις ασθενικές τους καλλιέργειες, οι πρεσβύτεροι παραδίδουν μαθήματα στα πιτσιρίκια σχετικά με την τέχνη της ζητιανιάς. Τους μεταλαμπαδεύουν και καλλιεργούν την ευστροφία, την οξύνοια του πνεύματος, τους γυμνάζουν με σκοπό να γίνουν άξιοι επαίτες, ένα επάγγελμα στο οποίο ο ήρωας φαίνεται από νωρίς κιόλας πως θα πρωταγωνιστήσει κάνοντας περήφανο τον πατέρα του και την κοινωνία του. Ο Τζιριτόκωστας έχοντας μεγαλώσει και αντρειωθεί μέσα σε αυτό το κοινωνικό περιβάλλον αποτελεί ένα ακόμα κοινωνικό προϊόν, που αντανακλάει τα ιδιαίτερα στοιχεία του περιβάλλοντός του.
Η κληρονομικότητα και το περιβάλλον της κλειστής κοινωνίας των Κραβάρων είναι τα στοιχεία αυτά που δημιουργούν, χαρακτηρίζουν και δικαιολογούν την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή. Το κοινωνικό και ψυχογραφικό του πορτραίτο συμπληρώνεται με βάση τις οικονομικές και ιστορικές συνθήκες που επικρατούν στον τόπο του, ένα χωριό στα όρια της φτώχειας με μόνη διέξοδο την επαιτεία, σε μία χώρα η οποία προσπαθεί να ορθοποδήσει στα λίγα χρόνια της ανεξαρτησίας της. Ο Τζιριτόκωστας είναι ένας τραγικός αντιήρωας, εφόσον αυτός και όλοι οι συντοπίτες τουδιαχειρίζονται την καταραμένη τους μοίρα και τις κακοτοπιές της προς όφελός τους και σε βάρος των αδαών και αμαθών. Έχει μάθει να υπομένει τους προπηλακισμούς, τις κατάρες και την κακία των ανθρώπων, γιατί ο σκοπός του είναι ανώτερος και συγκεκριμένος για πάντα· η προγονική δόξα που πρέπει και ο ίδιος με την σειρά του να διατηρήσει είναι να ταξιδεύει από το ελληνικό κράτος στα οθωμανοκρατούμενα μέρη και με την δύναμη του οδηγού του να επιβεβαιώνει την ανωτερότητά του, απατώντας τονκουτόκοσμο, και να επιστρέφει με πλούτη πίσω στην πατρίδα του.


Η γενικότερη λειτουργία της φύσης μέσα στο έργο του Καρκαβίτσα δικαιολογεί τον νατουραλιστικό και ηθογραφικό χαρακτήρα του έργου του. Είναι καταλυτική, καθώς τόσο στα ηθογραφικά και νατουραλιστικά διηγήματα είναι αυτή που πλαισιώνει και χρωματίζει το υπόβαθρο της υπόθεσης των έργων. Η εξαντλητική της περιγραφή καθορίζει και συγκεκριμενοποιεί τον περιβάλλοντα χώρο της δράσης και συνδράμει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πειστικότερη και πιο ειλικρινή σκιαγράφηση του ανθρώπινου χαρακτήρα και της ισχύουσας κοινωνικής πραγματικότητας.
Στον Ζητιάνο” ο συγγραφέας αποδίδει στην φύση τον χαρακτηρισμό τηςΟλύμπιας θεάς, υποδηλώνοντας μέσω αυτού την ανωτερότητα τού φυσικού κόσμου. Ασκεί καθοριστική επίδραση στην λειτουργία των προσώπων και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Beatonοι φυσικές δυνάμεις είναι αυτές που καθορίζουν τις ανθρώπινες πράξεις πέραν από τον έλεγχο του ανθρώπου. Το έντονο αγροτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, δίνει μια αναμφισβήτητη αμεσότητα φανερώνοντας ταυτόχρονα το μεγαλείο της φύσης. Η ακριβής παρατήρηση του τοπίου και της ατμόσφαιρας, οι μεγάλες δόσεις μελαγχολίας και η εμφανής αθλιότητα που χαρακτηρίζουν το περιβάλλον, όλα αυτά σε συνδυασμό με τις ανθρώπινες αντιξοότητες και την χρονική στασιμότητα αποδίδουν το εύρος μίας φύσης, η οποία περιγράφεται ως απίστευτα όμορφη, παραμένοντας όμως αδιάφορη στα ανθρώπινα προβλήματα παρά το μεγαλείο της και την ομορφιά της.
Ο χρόνος στο διήγημα ελίσσεται σταθερά και αργά, γεγονός που είναι αντιπροσωπευτικό για τη ζωή στην ύπαιθρο. Στην σταθερή του όμως πορεία βασίζεται και ξεδιπλώνεται η διαφορά του νατουραλισμού και της ηθογραφικού διηγήματος, από την υπόλοιπη λογοτεχνία. Η φωτογραφική απεικόνιση και περιγραφή του χώρου καθώς η μία ημέρα διαδέχεται την επόμενη αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα δίνουν την ευχέρεια στον αναγνώστη να υποπτεύεται το εγγύς ενδεχόμενο της έκρηξης. Οι στιγμές περνούν βασανιστικά αργά μα η δικαιοσύνη παρουσιάζεται, ως είθισται αμείλικτη και αδιαπραγμάτευτη την στιγμή που η παρουσία της είναι απαραίτητη.
Στο τελευταίο κεφάλαιο Δικαιοσύνη , ο χρόνος συνοδεύει το πεπρωμένο στην μικρή κοινωνία των Καραγκούνηδων. Η φύση, η ανθρώπινη εξουσία και η ευστροφία του πνεύματος καταδικάζουν την στασιμότητα και την νωθρότητα των κολίγων. Η Κρυστάλλω αυτοκτονεί από την σκόνη στην προσπάθειά της να αλλάξει την φυσική πορεία της γέννας της. Οι αρχές συλλαμβάνουν και διώχνουν τους Καραγκούνηδες για το κάψιμο του κονακιού. Ο ζητιάνος εκμεταλλεύεται τους αφελείς και δεισιδαίμονες κατοίκους του χωριού και τον χαμό του παραγιού του και στο τέλος φεύγει το ίδιο τυχοδιωκτικά όπως και έφτασε την πρώτη στιγμή. Οι εξωτερικοί παράγοντες επιδρούν αποφασιστικά επιφέροντας την δικαιοσύνη, μέσω της υποταγής των κολίγων, τον θάνατο της εύπιστης γυναίκας και την ανταμοιβήτου Τζιριτόκωστα για την άθλια συμπεριφορά απέναντι σε αυτόν και τον παραγιό του. Η φυσική πορεία των πραγμάτων φάνηκε να διακόπτεται μα η δικαιοσύνη την αποκαθιστά και πάλι.
Η επιβεβαίωση του πεπρωμένου και η αδυναμία των ανθρώπων να το αλλάξουν επαληθεύεται και στην τελευταία παράγραφο του διηγήματος. Η ανωτερότητα και ταυτόχρονη αδιαφορία της φύσης αποτελούν τις κατευθυντήριες δυνάμεις. Στους κόρφους της βρίσκονται οι απαντήσεις των ανθρώπων, μα η ίδια είναι ανεπηρέαστη και αποδεικνύεται ισότιμη απέναντι τους. Αγκαλιάζει τον ζητιάνο, «όπως δέχεται τόσα κακούργα ερπετά και παράσιτα» και αυτό συμβαίνει γιατί ο ίδιος ο Κραβαρίτης ζητιάνος είναι στοιχείο της, δεν ανήκει στο χωριό και η φύση ως θεότητα προστατεύει τα στοιχεία της.  

Ο Λεχαινιώτης νατουραλιστής, ηθογράφος και δριμύς κοινωνικός κριτής Ανδρέας Καρκαβίτσας αξιώνει κάθε ένα συγγραφικό του χαρακτηριστικό μέσα στο διήγημα Ο Ζητιάνος. Με περιγραφές προσώπων, καταστάσεων και τοπίων το έργο αντανακλά τον παλμό της ελληνικής πραγματικότητας στην επαρχία, στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα από την περιπέτεια ενός επαγγελματία επαίτη και την αναταραχή που προκαλεί η παρουσία του σε ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου. Ο κοινωνικός προβληματισμός είναι έντονος, καθώς οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της περιόδου προτρέπουν προς αλλαγές. Οι πρωταγωνιστές του έργου αποτελούν κοινωνικά προϊόντα, δημιουργήματα της υπάρχουσας κατάστασης και μέσα από την αφήγηση ο Καρκαβίτσας ξεδιπλώνει την προσωπική του κριτική, απέναντι στις δυσχερείς συνθήκες που επικρατούν στην νεοελληνική επαρχία.  




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)
Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας),Εγχειρίδιο Μελέτης, ΕΑΠ, Πάτρα 2000
2)
Παράλληλα Κείμενα για την Θ.Ε. Γράμματα ΙΙ: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος και 20ος αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα 2006
3)
Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τ.4’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1985
4)
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Νεότερος Ελληνισμός από το 1881 ως το 1913, τ. ΙΔ’, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1977
5)
Καρκαβίτσας, Ανδρέας, Ο Ζητιάνος, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1989
6)
Γκόρπας, Θωμάς, Περιπετειώδες Κοινωνικό και Μαύρο Νεοελληνικό Αφήγημα, τ.Α’, εκδ. Σίσυφος, Αθήνα 1981
7)
Πολίτης, Αλέξης, Αποτυπώματα του Χρόνου, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006
8)
Πολίτης, Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001
9)
BeatonRoderickΕισαγωγή στην Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996
10)
Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2000 










Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Κ. Π. Καβάφης, Στα 200 π.Χ.


Στα 200 π.Χ. Κ.Π. Καβάφης

 «Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.


Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.


Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.


Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα! 

Το ποίημα αυτό είναι το προτελευταίο που δημοσίευσε ο Καβάφης (1931) και ανήκει στα λεγόμενα ιστορικά.

ΘΈΜΑ

ΘΕΜΑ: Η υπεροπτική απουσία των Λακεδαιμονίων από την εκστρατεία του Μ.Αλεξάνδρου και η ακόλουθη παραμονή τους στο περιθώριο της πολιτισμικής έκρηξης των ελληνιστικών χρόνων.

(Σχόλιο: ο Καβάφης με τον τίτλο του ποιήματος και με τα λόγια περηφάνιας ενός ανώνυμου ομιλητή, ορίζει το θέμα του: η ακμή και η παρακμή δύο κόσμων και τρόπων ζωής: της Σπάρτης  με τη φυλετική αξιοπρέπεια και εγωισμό και του Ελληνισμού των Ελληνιστικών βασιλείων).

ΙΣΤΟΡΙΚΌ ΠΛΑΊΣΙΟ

α) Ο πρώτος στίχος του ποιήματος αποτελεί μέρος της επιγραφής με την οποία αφιερώθηκαν απ’ τον Αλέξανδρο στον Παρθενώνα τα λάφυρα από τη μάχη του Γρανικού (334 π.Χ.). Ο Καβάφης την αρχή της επιγραφής την παίρνει από τον ιστορικό Αρριανό: «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων, από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων.»
β) Ο τίτλος του παραπέμπει σε μια κρίσιμη ιστορική καμπή (200 π.Χ.) δέκα χρόνια πριν από την καταστροφική Μάχη της Μαγνησίας (190 π.Χ), που οριστικοποίησε την επικράτηση των Ρωμαίων και την υποταγή των Ελληνιστικών Βασιλείων σ’ αυτούς.
γ) Πολλοί μελετητές συνέδεσαν το θέμα του ποιήματος με ιστορικά γεγονότα της εποχής του Καβάφη (Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922).
Βλ. παρακάτω «Ο χρόνος της αφήγησης» (τρία χρονικά επίπεδα)

Ανασκόπηση ιστορικών γεγονότων
α) Εποχή Μ. Αλεξάνδρου
-        Συνέδριο της Κορίνθου (337 π.Χ.): Πανελλήνια Ένωση
-        Μάχη στον Γρανικό ποταμό (334 π.Χ.)
-        Μάχη στην Ισσό (333 π.Χ.)
-        Μάχη στα Γαυγάμηλα (331 π.Χ.)
-        Η ίδρυση των ελληνιστικών κρατών μετά τη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.): Βασίλειο της Αιγύπτου, Βασίλειο της Συρίας, Βασίλειο της Βακτριανής και της Παρθίας.
β) Ελληνιστκή εποχή 
-        Μάχη της Μαγνησίας (190 π.Χ.): κατάληψη της Μ. Ασίας από τους Ρωμαίους και σταδιακή υποταγή όλης της ελληνιστικής Ανατολής.
γ) Σύγχρονη εποχή

  ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΔΟΜΗ 1η ενότητα (γαλάζια) : "Η επιγραφή"
 2η ενότητα (πορτοκαλί) : "Το πρόσχημα των Λακεδαιμονίων"
 3η ενότητα (πράσινη) : "Η θαυμαστή ελληνική εκστρατεία"
 4η ενότητα (κόκκινη) : "Οι συνέπειες της ελληνικής εκστρατείας"
 5η ενότητα (μωβ) : "Απαξιωτικό σχόλιο" 
Σε ποια κατηγορία καβαφικών ποιημάτων ανήκει;  
Στο συγκεκριμένο ποίημα εμφανίζεται να μιλάει ένας ανώνυμος Έλληνας της ελληνιστικής περιόδου που ζει στα 200 π.Χ.. Η χρονολογία αυτή μας δίνει τη βασική σκοπιά του ποιήματος : Μας παραπέμπει σε μια εποχή, όπου αρχίζει η παρακμή του ελληνιστικού κόσμου (ως τα 200 π.Χ. ήταν η περίοδος της μεγάλης ακμής).   Το ευρύτερο πλαίσιο του ποιήματος είναι ιστορικής υφής. Το πρόσωπο του ποιήματος, ο άγνωστος Έλληνας του 200 π.Χ., είναι επινοημένο από τον ποιητή· είναι πλαστό. Το ίδιο συμβαίνει και με το βασικό επεισόδιο του ποιητικού μύθου.Το ποίημα λοιπόν, για τους παραπάνω λόγους, μπορούμε να το κατατάξουμε στα ιστορικά και πιο ειδικά στα ιστορικοφανή.
 Τα χρονικά επίπεδα του ποιήματος 
α) Ιστορικό επίπεδο : Το 334 π.Χ. γίνεται η μάχη στον Γρανικό, όπου ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου συντρίβει τους Πέρσες.Ο Αλέξανδρος στέλνει 300 περσικές ασπίδες ως ανάθημα (αφιέρωμα) στον Παρθενώνα για να ευχαριστήσει τους θεούς για τη νίκη του. Η επιγραφή που τις συνοδεύει γράφει : "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ ΤΩΝ ΤΗΝ ΑΣΙΑΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΩΝ". Αξίζει να σημειώσουμε ότι είχε προηγηθεί στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Κορίνθου το 337 π.Χ. η άρνηση των Λακεδαιμονίων να ακολουθήσουν τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στη Μικρά Ασία. 
 β) Δραματικό επίπεδο : Το 200 π.Χ. : Πρόκειται για μια επινόηση του ποιητή, καθώς το 200 π.Χ. δεν έγινε κάτι άξιο αναφοράς. Ο Καβάφης διαλέγει αυτή την χρονολογία, επειδή αντιπροσωπεύει την παρακμή (μετά από 10 μόλις χρόνια,το 190 π.Χ., οι Ρωμαίοι θα επικρατήσουν με τη νίκη τους στη μάχη της Μαγνησίας). Ο αφηγητής-ιστορικός μελετητής του ποιήματος ζει στα 200 π.Χ. και με νοσταλγία αναπολεί την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα θαυμαστά αποτελέσματά της. 
γ) Ο χρόνος συγγραφής : Το 1931, όταν γράφεται το ποίημα (είναι το προτελευταίο του Καβάφη) η Ελλάδα βιώνει την παρακμή. Ο ελληνισμός, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έχει συρρικνωθεί. Πού διαφέρει το συγκεκριμένο ποίημα από τα άλλα ποιήματα του Καβάφη;  Αντίθετα προς άλλα καβαφικά ποιήματα, τα οποία διακρίνονται για την εκφραστική τους λιτότητα και πεζολογία,  το παρόν έργο αναδίδει έντονο ρητορικό, στομφώδες ύφος και είναι διανθισμένο με πολλά κοσμητικά επίθετα ποικίλων σημάνσεων. Στους στ. 18-31 ιδιαίτερα βλέπουμε να χρησιμοποιείται, κατά σχήμα ασύνδετο, πλήθος επιθέτων και ονομάτων. Η χρήση αυτή συνιστά παρέκκλιση του ποιητή από το γνωστό λιτό ύφος του.
 Ποια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καβαφικής ποίησης συναντάμε στο ποίημα;
1) Ειρωνεία : η ειρωνεία στο ποίημα συνδέεται με τη στάση των Λακεδαιμονίων, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της ειρωνείας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα ειωνικά σχόλια του ποιητή ξετυλίγονται κλιμακωτά : από τη λεπτή ειρωνεία στον σαρκασμό.  Η ειρωνική διάθεση γίνεται πιο φανερή με τους στ. 7-11. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τον στ. 12: συνδυάζει κατανόηση για την σπαρτιατική στάση και κατειρώνευσή της συγχρόνως. Η λανθασμένη επιλογή των Σπαρτιατών τονίζεται όλο και περισσότερο καθώς ο ποιητής εξαίρει τόσο τις νίκες του Μεγάλου Αλεξάνδρου (με το ρήμα εσαρώθη και τη χρήση πολλών επιθέτων), όσο και τα θαυμαστά αποτελέσματα της εκστρατείας του. Έτσι η διάθεση του ποιητή απένατι στη στάση των Λακεδαιμονίων δικαιολογημένα από λεπτά ειρωνική γίνεται σαρκαστική και απαξιωτική ("Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!")
 2) Πεζολογικό ύφος :Σχεδόν τίποτα δε θυμίζει την κλασική μορφή ποιημάτων που έχουμε ως στερεότυπο στο μυαλό μας. Απουσιάζει ασφαλώς η ομοιοκαταληξία και η ποιητική έκφραση, με μόνη εξαίρεση τη συσσώρευση επιθέτων που γίνεται σε κάποια ενότητα του ποιήματος και εξυπηρετεί συγκεκριμένο στόχο. 
3) Δημοτική γλώσσα με στοιχεία καθαρεύουσας/αρχαΐζουσας και ιδιωματικές λέξεις : ο Καβάφης χρησιμοποιεί στο ποίημα του κυρίως τη δημοτική και την διανθίζει με λόγιους τύπους (ήσαν, υπηρέτας, Περσιδι), που εξυπηρετούν είτε τον ιστορικό χαρακτήρα του ποιήματος, είτε την ειρωνική του διάθεση  και ιδιωματικές εκφράσεις (π.χ. "τες").
 4) Διδακτικός τόνος : Ακόμα και σε ένα ιστορικό κατά βάση ποίημα, ο Καβάφης δεν παραλείπει την προβολή μιας στάσης ζωής (modus vivendi). Αυτό που θέλει μεταξύ άλλων να τονίσει ο ποιητής είναι η ανάγκη υποταγής του "εγώ" στο "εμείς", όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
 5) Νοσταλγική μετατόπιση στο χώρο και το χρόνο : Όπως αναφέρθηκε στα χρονικά επίπεδα του ποιήματος, ο χρόνος μετατοπίζεται αρχικά στο 334 π.Χ και μετά στο 200 π.Χ. για να αναδείξει την αξία της πανελλήνιας εκστρατείας και τις επιρροές που έχει ακόμα και σε μια περίοδο παρακμής του ελληνισμού. Ο χώρος μετατοπίζεται σε κάποιο ελληνιστικό βασίλειο της Ανατολής, λίγο πριν την πτώση του, όπου ζει στα 200 π.Χ. ο φανταστικός αφηγητής του ποιήματος. 
Οι ιδέες που προβάλλονται στο ποίημα 
1. Η πανελλήνια εκστρατεία και τα αποτελέσματά της : Ο αφηγητής δίνει ιδιαίτερη έμφαση : α) στη μεγάλη διασπορά του Ελληνισμού ("με τες εκτεταμένες επικράτειες") β) στον κοσμοπολιτισμό ως τρόπο ζωής ("με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών") γ) στη διάδοση της Ελληνικής γλώσσας ("Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά") Τα δύο τελευταία είναι ίσως και πιο σημαντικά, μιας και θα επιβιώσουν για πολλές γενιές (ακόμα και μετά το 200 π.Χ., όταν δηλαδή η ελληνική επικράτεια έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων) Η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός εςπιβιώνουν ως και το 1931, με ζωντανή απόδειξη τον ίδιο τον Καβάφη, που είναι ένας Έλληνας της διασποράς.
 2. Η στάση των Λακεδαιμονίων : Ο αφηγητής είναι είρωνας και αυστηρός εναντίον των Σπαρτιατών. Ο εγωισμός τους τούς οδήγησε στην αδυναμία να προσαρμοστούν στις νέες ιστορικές καταστάσεις. Αν και καταλαβαίνει το λόγο της άρνησής τους, τους κατηγορεί που τυφλωμένοι από το παρελθόν δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το νέο  κόσμο που γεννιόταν.


Το ποίημα αυτό είναι το προτελευταίο που δημοσίευσε ο Καβάφης (1931) και ανήκει στα λεγόμενα ιστορικά.

ΔΟΜΗ – ΕΝΟΤΗΤΕΣ


1η (στ. 1):        Η επιγραφή που συνόδευε τα λάφυρα από τη μάχη του Γρανικού
2η (στ. 2-12): Η «στάσις» των Λακεδαιμονίων
3η (στ. 13-23): Η θαυμαστή πανελλήνια εκστρατεία
4η (στ. 24-31): Οι συνέπειες από την πανελλήνια εκστρατεία
5η (στ. 32):      Απαξιωτικό σχόλιο για τη στάση των Λακεδαιμονίων

ΙΔΕΕΣ – ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ


Η πανελλήνια εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου
Ο ομιλητής υμνεί μ’ έναν καταιγισμό από επίθετα την πανελλήνια εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου και τη δημιουργία του νέου ελληνικού κόσμου. Δίνει έμφαση:
α) στη μεγάλη σε έκταση διασπορά του Ελληνισμού
β) στον κοσμοπολιτισμό που χαρακτηρίζει τον τρόπο ζωής των κατοίκων των νέων βασιλείων (η ελληνιστική εποχή ήταν ένα χωνευτήρι διαφόρων πολιτιστικών στοιχείων)
γ) στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας μέχρι τη Βακτριανή και τους Ινδούς.
Αυτός ο «νέος κόσμος» που υμνήθηκε από τον σχολιαστή της επιγραφής θα έχει την ίδια μοίρα με τους Σπαρτιάτες. Ωστόσο, αυτό για το οποίο καυχιέται ο ομιλητής, η μεγάλη δηλαδή διάδοση της γλώσσας και του ελληνισμού θα έχει αντικειμενική υπόσταση και θα ζήσει για πολλές γενιές ακόμη.

Η στάση των Λακεδαιμονίων
Ο αφηγητής-ομιλητής, με την προοπτική που του δίνει η χρονική απόσταση και η επιτυχία της πανελλήνιας εκστρατείας, κρίνει ειρωνικά και αυστηρά την αντίδραση των Σπαρτιατών.
Φαντάζεται πως η πιθανή τους αντίδραση στην επιγραφή θα ήταν η αδιαφορία, γιατί δεν πρέπει να θεώρησαν και τόσο σημαντική τη νίκη στον Γρανικό ποταμό γιατί μέσα στην κλειστή κοινωνία τους και στην έπαρση για την πολεμική τους ανωτερότητα δε νοιάζονταν για μακρινές συγκρούσεις στις οποίες δε συμμετείχαν οι ίδιοι ως αρχηγοί. Η αντίληψη των Λακεδαιμονίων για την ηγετική τους θέση ανάμεσα στους Έλληνες φανερώνει έπαρση ενώ η άρνησή τους να συμμετάσχουν στην εκστρατεία με άλλους ως αρχηγούς ενέχει βέβαια το στοιχείο της αξιοπρέπειας (δε δέχονται να υποτιμηθεί η αξία τους), όμως παράλληλα δείχνει και ένα λαό που αρνείται να συμβιβαστεί με μια νέα πραγματικότητα και να προσαρμοστεί στα νέα ιστορικά δεδομένα.  Ο εγωισμός και η περηφάνια τους, η αλαζονική στάση τους απέναντι στους άλλους Έλληνες και η αξίωση που είχαν να αναγνωρίζουν οι υπόλοιποι Έλληνες τη μοναδικότητά τους, τους οδήγησε σε μια αδυναμία να προσαρμοστούν στις νέες ιστορικές καταστάσεις που θα επιφέρει η πανελλήνια εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου. Η στάση τους παρουσιάζεται όχι μόνο η ‘πρέπουσα’ αλλά και η ‘επιβεβλημένη’ από τον χαρακτήρα και τον τρόπο ζωής τους. Ωστόσο, ο ομιλητής, αν και κατανοεί συγκαταβατικά και ειρωνικά την άκαμπτη στάση τους, τούς κατηγορεί, που τυφλωμένοι από το παρελθόν δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον «ελληνικό καινούριο κόσμο» που γεννιόταν.

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

. Στο στ. 12 ο σχολιαστής της επιγραφής προσποιείται ότι κατανοεί την πεισματική στάση των Σπαρτιατών, την θεωρεί δήθεν φυσιολογική, τη βλέπει με κατανόηση και συγκαταβατικότητα και τη ‘δικαιολογεί’ με λεπτή ειρωνεία. Όμως, στον τελευταίο στίχο επέρχεται η ανατροπή: η λεπτή ειρωνεία γίνεται σαρκασμός και περιφρόνηση που εκφράζεται μάλιστα με θαυμαστικό. Η διαφορά στάσης του σχολιαστή οφείλεται στο γεγονός ότι καταδείχτηκε η ασημαντότητα των Λακεδαιμονίων ύστερα από την απαρίθμηση των τόσο λαμπρών νικών και την υπόμνηση της σπουδαιότητας του καινούριου κόσμου που έχει προκύψει.  Ο τελευταίος μάλιστα στίχος έχει πάρει παροιμιακή σημασία στη νέα ελληνική και χρησιμοποιείται για κάποιον που έχει χάσει την αξία και την αίγλη του και δεν αξίζει τον κόπο να γίνεται λόγος γι’αυτόν.




ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
1.Στ.22-23.Από την εκστρατεία προέκυψε από τα διάφορα ελληνιστικά βασίλεια ένας νέος ελληνικός κόσμος,ακμαίος και δυναμικός. Αυτός ο ελληνικός κόσμος είναι καινούριος και μέγας  (σπουδαίος) , σε αντίθεση με το γερασμένο και παρακμασμένο κόσμο του περιορισμένου ελλαδικού χώρου.
2.Στ.28. «με τες εκτεταμένες επικράτειες».Ο χώρος δράσης στον οποίο εκτείνεται ο καινούριος ελληνικός κόσμος είναι απέραντος.
3.Στ.29. «με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών». Οι τομείς δραστηριότητας του νέου αυτού κόσμου είναι πολλοί και κάθε είδους.
4.στ.30. Το πιο σημαντικό στοιχείο που επέδρασε πολιτισμικά στους άλλους λαούς είναι η ελληνική γλώσσα. Είναι γνωστή η εξάπλωση της Κοινής Ελληνικής την εποχή των ελληνιστικών χρόνων. Αυτήν χρησιμοποιούσαν προφορικά και γραπτά σε παγκόσμιο επίπεδο και σε όλους τους τομείς.

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
 Ο ποιητής εξυμνεί σε υψηλούς τόνους την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου και τα αποτελέσματά της, υπογραμμίζοντας έτσι με έμφαση τη σπουδαιότητά τους. Έτσι:
1.Απαριθμεί τις ένδοξες και αποφασιστικές μάχες.
2.Εξυμνεί θριαμβικά την εκστρατεία και τον ελληνικό κόσμο σε ένα χείμαρρο μεγαλόστομων επιθέτων και ρημάτων.( εσαρώθη, φοβερός, εσαρώθη,θαυμάσια, περίλαμπρη, περιλάλητη,δοξασμένη,μέγας,πολυάριθμοι).
3.Απαριθμεί κομπαστικά τις επικράτειες και τους λαούς.
4.Τονίζει την απεραντοσύνη του χώρου στον οποίο εκτείνεται η ελληνική επιρροή, η δράση και κυρίως η γλώσσα.

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ


Ο χρόνος της αφήγησης
Διακρίνουμε τρία χρονικά επίπεδα:
α) 334 π.Χ: έτος της νίκης στον Γρανικό ποταμό και της αποστολής στην Αθήνα των λαφύρων με τη γνωστή επιγραφή.
β) 200 π.Χ.:  Ένας Έλληνας του «νέου» κόσμου διαβάζει αρχικά την επιγραφή και αξιολογεί τα γεγονότα του παρελθόντος. Στη συνέχεια εξυμνεί τη δημιουργία του νέου ελληνικού κόσμου και την εξάπλωσή του σ’ έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο. Όμως ο φανταστικός Έλληνας αφηγητής αδυνατεί να συλλάβει ότι αυτός ο κόσμος βρίσκεται στο κατώφλι της παρακμής του και της ρωμαϊκής κυριαρχίας.
γ) 1931: χρόνος γραφής του ποιήματος (αναφορά στον εθνικό διχασμό, στους βαλκανικούς πολέμους, στη συνθήκη των Σεβρών και στη μικρασιατική καταστροφή).

Γλώσσα
Η γλώσσα πλησιάζει την κοινή δημοτική αλλά με αρκετούς λόγιους τύπους ή τύπους της καθαρεύουσας (πχ «ήσαν», «υπηρέτας», «οι εν Περσίδι», «βασιλέα», κλπ.)Αντίθετα με τη γνωστή λιτότητα του Καβάφη, εδώ παρατηρείται πλούτος επιθέτων, ακόμα και συσσώρευσή τους. Μάλιστα, τα πιο πολλά από αυτά είναι σε σχήμα ασύνδετο.

Ύφος
Σκόπιμα κομπαστικόρητορικόεπιτηδευμένο, για να εκφράσει την περηφάνια του φανταστικού ομιλητή για τα κορυφαία επιτεύγματα που δημιούργησε η πανελλήνια εκστρατεία. Η συσσώρευση επιθέτων και ο παράλληλος ρητορικός στόμφος καθώς και η έξαρση του τόνου στο λόγο αποτελούν παρέκκλιση του ποιητή από την πάγια λιτότητά του. Αυτό, ωστόσο, έχει στόχο να δημιουργήσει ένα εκφραστικό κλίμα καυχησιολογίας και έπαρσης για τα κατορθώματα του Ελληνισμού των Ελληνιστικών χρόνων.
Σε αντίθεση με το γνωστό, λιτό και πεζολογικό ύφος του Καβάφη, σκόπιμα παρατίθενται πολλά σημαντικά επίθετα, που με την έμφαση και τον θριαμβικό τους τόνο δίνουν την έπαρση του λόγου και της σκέψης του σχολιαστή της επιγραφής. Στη μακρά παράθεση εμφατικών επιθέτων βρίσκεται κρυμμένη έντεχνα η καυστική ειρωνεία του ποιητή.

Αφήγηση
Το ποίημα είναι γραμμένο σε α΄ πληθυντικό πρόσωπο («εμείς οι Αλεξανδρείς…») και έχει μορφή μονολόγουΑφηγητής του ποιήματος (η παρουσία του γίνεται αντιληπτή για πρώτη φορά στον στ. 21: «βγήκαμε εμείς») είναι ένας Έλληνας που εκπροσωπεί, (γι αυτό χρησιμοποιεί το α΄ πληθυντικό πρόσωπο) τον ελληνικό πληθυσμό των ελληνικών βασιλείων (στα 200 π.Χ.) και που καυχιέται για τη δύναμη και την ακμή του «δοξασμένου κόσμου» του, περιφρονώντας ταυτόχρονα τους ξεπεσμένους Λακεδαιμόνιους.

Μετρική
Πέντε στροφές, 32 ιαμβικοί στίχοι.
Υπάρχουν διασκελισμοί (= το νόημα ενός στίχου συνεχίζεται στον επόμενο). Παράδειγμα: «μια Πανελλήνια εκστρατεία χωρίς / Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό»

Αντίθεση – Ειρωνεία
Αυτή η χρονολογική τοποθέτηση του τίτλου έρχεται σε αντίθεση με τον ρητορικό και κομπαστικό λόγο του αφηγητή του ποιήματος, ο οποίος αγνοεί ότι βρίσκεται στο κατώφλι της παρακμής του κόσμου που υμνεί και της ρωμαϊκής κυριαρχίας.

 

Χαρακτηριστικά της καβαφικής ποίησης στο συγκεκριμένο ποίημα

-        Αλεξανδρινή (ελληνιστική) εποχή
-        Συμβολισμός
-        Ειρωνεία
-        Υποβολή – υπαινικτικότητα
-        Αίσθηση του τραγικού

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Να σχολιάσετε τον τίτλο του ποιήματος. 
Τίτλος: Στα 200 π.χ./ Πρόκειται για την εποχή της μεγάλης ακμής των ελληνιστικών χρόνων, 134 χρόνια ύστερα από το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται το ποίημα. Λίγο μετά το 200 π. χ. αρχίζει η σταδιακή επιβολή των Ρωμαίων. Στο ποίημα μιλάει ένα υποθετικό-πλαστό πρόσωπο, ένας Έλληνας και μάλιστα σε α ΄ πληθ. πρόσωπο, γιατί εκφράζει όλους τους Έλληνες της εποχής αυτής. Βέβαια, ο σχολιαστής της επιγραφής δεν είναι άλλος από τον ποιητή, του οποίου είναι γνωστός ο θαυμασμός για την αίγλη του ελληνικού πολιτισμού των ελληνιστικών χρόνων.
2. Να προσδιορίσετε τα χρονικά επίπεδα του ποιήματος.

Η αφήγηση του υποθετικού Έλληνα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα:
α)το 334 π.χ.-νίκη των Ελλήνων στο Γρανικό και αποστολή στην Αθήνα των λαφύρων με τη γνωστή επιγραφή.
β)Η εποχή της μεγάλης ακμής του ελληνιστικού κόσμου ως τα 200 π.χ., οπότε και ξεκινά η αφήγηση. / / / 
Τρίτο επιπρόσθετο επίπεδο, εκείνο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκε το ποίημα (1931), όπου ο ποιητής αφηγείται , αλλά κρύβεται πίσω από το φανταστικό πρόσωπο.
3. Γιατί οι Λακεδαιμόνιοι απουσίαζαν από την πανελλήνια εκστρατεία και πώς σχολιάζει, 133 χρόνια μετά, τη στάση τους αυτή ο ομιλητής;
Ο ποιητής αποδίδει την απουσία των Λακεδαιμονίων στη γενικότερη κοσμοαντίληψή τους, καθώς τους διέκρινε μια ιδιαίτερη έπαρση αποδιδόμενη στην πολεμική τους ανωτερότητα. Έτσι δε νοιάζονταν για τις μακρινές συγκρούσεις μεταξύ τρίτων, πολύ περισσότερο αφού δε συμμετείχαν οι ίδιοι ως αρχηγοί. Στην πρώτη στροφική ενότητα, ο σχολιαστής παίρνει δήθεν το μέρος των Λακεδαιμονίων και μιλάει για λογαριασμό τους, όμως στα λόγια του διακρίνεται η ειρωνεία, που την επιτείνουν τα επιρρήματα: κάλλιστα, παντάπασι, φυσικά, βεβαιότατα.
Στ.11: η στάση κρίνεται δήθεν φυσιολογική, δικαιολογείται δε, με λεπτή ειρωνεία.
Στον τελευταίο στίχο, η ειρωνεία γίνεται σαρκασμός και περιφρόνηση και εκφράζεται έντονα με θαυμαστικό (Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!).Εξάλλου έχει καταδειχτεί η ασημαντότητα των Λακεδαιμονίων μετά την απαρίθμηση τόσων λαμπρών ελληνικών μαχών. Ο στ. αυτός σήμερα στα νέα ελληνικά έχει λάβει παροιμιακή σημασία και χρησιμοποιείται για κάποιον που έχει χάσει την αξία του και δε χρειάζεται να γίνεται λόγος για αυτόν.
4. Σε πόσες και ποιες κατηγορίες υποδιαιρείται το ποιητικό έργο του Καβάφη, σε ποια κατηγορία ανήκει το παραπάνω;
Η διαίρεση του ποιητικού έργου του Καβάφη είναι τριμερής: τα ιστορικά ή ψευδο-ιστορικά, τα φιλοσοφικά-στοχαστικά και τα ερωτικά. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι ιστορικό, το περιεχόμενο του ιστορικό και στοχαστικό. Θέμα του ποιήματος είναι η υπεροπτική απουσία των Λακεδαιμονίων από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου και η παραμονή τους στο περιθώριο της πολιτισμικής έκρηξης των Ελληνιστικών χρόνων.
5. Να χωρίσετε το ποίημα σε ενότητες και να δώσετε από έναν πλαγιότιτλο.
Η διαίρεση σε ενότητες: α) στ.1-11, Η επιγραφή των λαφύρων, η πιθανή αδιαφορία των Λακεδαιμονίων και η ειρωνική κατανόηση για τη στάση τους. β) στ.12-32,Η νικηφόρα εκστρατεία, ο νέος ελληνικός κόσμος, η περιφρόνηση προς τους Λακεδαιμονίους.
6. Ποιες γλωσσικές και υφολογικές παρατηρήσεις μπορείτε να κάνετε αναφορικά με το ποίημα;
Η γλώσσα είναι δημοτική με πολλά αρχαιοπρεπή στοιχεία (παντάπασι, στάσις).Πλούτος επιθέτων και συσσώρευση τους (στ.18-23).Χρήση διαρθρωτικών λέξεων (έτσι, κι).Το ύφος στους στ.1-17 είναι πεζολογικό και απλό, από εκεί και μετά γίνεται θριαμβικό και ρητορικό, κυρίως με τη συσσώρευση επιθέτων και ονομάτων.
7. Βρείτε τα επίθετα και εξετάστε τη λειτουργία που έχουν στο ποίημα.
Στους στ.18-30 παρατηρείται συσσώρευση επιθέτων, τα πιο πολλά σε σχήμα ασύνδετο (δίνουμε παραδείγματα). Πρόκειται για μια παρέκκλιση του ποιητή από την εκφραστική λιτότητα που συνήθως τον χαρακτηρίζει. Στόχος, η δημιουργία καυχησιολογίας και έπαρσης που δικαιολογημένα απαιτείται για τα επιτεύγματα του Ελληνισμού των ελληνιστικών χρόνων.
8. Ποια επιτεύγματα της πανελλήνιας εκστρατείας θεωρεί ο ποιητής σημαντικότερα και γιατί;
στ.22-23, ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας (ακμαίος και σημαντικός ελληνισμός, σε αντίθεση με τον παρηκμασμένο των προηγούμενων ετών) / στ.28, εκτεταμένες επικράτειες (μεγάλο εύρος εξάπλωσης του ελληνισμού μετά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου) / στ.29, ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών (όλοι προσαρμόστηκαν στη νέα πολιτισμική πραγματικότητα) / στ.30, Κοινή Ελληνική Λαλιά (το σπουδαιότερο επίτευγμα-προβάλλεται με τρεις λέξεις και με κεφαλαία τα αρχικά-πρόκειται για τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν προφορικά και γραπτά σε παγκόσμιο επίπεδο σε λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμες και βέβαια ήταν η γλώσσα της Καινής Διαθήκης.
9. Ποιο είναι το θέμα του ποιήματος και σε ποια κατηγορία ποιημάτων του Καβάφη ανήκει; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.

10 Να χωρίσετε το ποίημα σε ενότητες και να δώσετε ένα πλαγιότιτλο για κάθε ενότητα ανάλογα με το νόημα.

11. Η ποίηση του Καβάφη χαρακτηρίζεται από λεπτή ειρωνεία. Να βρείτε τουλάχιστον τρία παραδείγματα ειρωνείας στο κείμενο και να αιτιολογήσετε τη χρήση της ειρωνείας από τον ποιητή.

12Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της γλώσσας του Καβάφη; Να δώσετε τέσσερα παραδείγματα από το κείμενο.

13. « Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων….. κι εσαρώθη». Πως παρατάσσει τις προτάσεις ο ποιητής στο συγκεκριμένο απόσπασμα; Τι πετυχαίνει;

14. «Εμείς…… ως τους Ινδούς». Πως παραθέτει ο Καβάφης τα στοιχεία της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου; Ποιο στοιχείο έχει τη μεγαλύτερη σημασία για αυτόν;
(

1) Τίτλος: Στα 200 π.χ./ Πρόκειται για την εποχή της μεγάλης ακμής των ελληνιστικών χρόνων, 134 χρόνια ύστερα από το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται το ποίημα. Λίγο μετά το 200 π. χ. αρχίζει η σταδιακή επιβολή των Ρωμαίων. Στο ποίημα μιλάει ένας υποθετικό-πλαστό πρόσωπο, ένας Έλληνας και μάλιστα σε α ΄ πληθ. πρόσωπο, γιατί εκφράζει όλους τους Έλληνες της εποχής αυτής. Βέβαια, ο σχολιαστής της επιγραφής δεν είναι άλλος από τον ποιητή, του οποίου είναι γνωστός ο θαυμασμός για την αίγλη του ελληνικού πολιτισμού των ελληνιστικών χρόνων.
2) Η αφήγηση του υποθετικού Έλληνα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα:
α)το 334 π.χ.-νίκη των Ελλήνων στο Γρανικό και αποστολή στην Αθήνα των λαφύρων με τη γνωστή επιγραφή.
β)Η εποχή της μεγάλης ακμής του ελληνιστικού κόσμου ως τα 200 π.χ., οπότε και ξεκινά η αφήγηση. / / / Τρίτο επιπρόσθετο επίπεδο, εκείνο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκε το ποίημα (1931), όπου ο ποιητής αφηγείται , αλλά κρύβεται πίσω από το φανταστικό πρόσωπο.

3) Ο ποιητής αποδίδει την απουσία των Λακεδαιμονίων στη γενικότερη κοσμοαντίληψή τους, καθώς τους διέκρινε μια ιδιαίτερη έπαρση αποδιδόμενη στην πολεμική τους ανωτερότητα. Έτσι δε νοιάζονταν για τις μακρινές συγκρούσεις μεταξύ τρίτων, πολύ περισσότερο αφού δε συμμετείχαν οι ίδιοι ως αρχηγοί. Στην πρώτη στροφική ενότητα, ο σχολιαστής παίρνει δήθεν το μέρος των Λακεδαιμονίων και μιλάει για λογαριασμό τους, όμως στα λόγια του διακρίνεται η ειρωνεία, που την επιτείνουν τα επιρρήματα: κάλλιστα, παντάπασι, φυσικά, βεβαιότατα.
Στ.11: η στάση κρίνεται δήθεν φυσιολογική, δικαιολογείται δε, με λεπτή ειρωνεία.
Στον τελευταίο στίχο, η ειρωνεία γίνεται σαρκασμός και περιφρόνηση και εκφράζεται έντονα με θαυμαστικό (Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!).Εξάλλου έχει καταδειχτεί η ασημαντότητα των Λακεδαιμονίων μετά την απαρίθμηση τόσων λαμπρών ελληνικών μαχών. Ο στ. αυτός σήμερα στα νέα ελληνικά έχει λάβει παροιμιακή σημασία και χρησιμοποιείται για κάποιον που έχει χάσει την αξία του και δε χρειάζεται να γίνεται λόγος για αυτόν.
4) Η διαίρεση του ποιητικού έργου του Καβάφη είναι τριμερής: τα ιστορικά ή ψευδο-ιστορικά, τα φιλοσοφικά-στοχαστικά και τα ερωτικά. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι ιστορικό, το περιεχόμενο του ιστορικό και στοχαστικό. Θέμα του ποιήματος είναι η υπεροπτική απουσία των Λακεδαιμονίων από την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου και η παραμονή τους στο περιθώριο της πολιτισμικής έκρηξης των Ελληνιστικών χρόνων.
5) Η διαίρεση σε ενότητες: α) στ.1-11, Η επιγραφή των λαφύρων, η πιθανή αδιαφορία των Λακεδαιμονίων και η ειρωνική κατανόηση για τη στάση τους. β) στ.12-32,Η νικηφόρα εκστρατεία, ο νέος ελληνικός κόσμος, η περιφρόνηση προς τους Λακεδαιμονίους.
6) Η γλώσσα είναι δημοτική με πολλά αρχαιοπρεπή στοιχεία (παντάπασι, στάσις).Πλούτος επιθέτων και συσσώρευση τους (στ.18-23).Χρήση διαρθρωτικών λέξεων (έτσι, κι).Το ύφος στους στ.1-17 είναι πεζολογικό και απλό, από εκεί και μετά γίνεται θριαμβικό και ρητορικό, κυρίως με τη συσσώρευση επιθέτων και ονομάτων.
7) Στους στ.18-30 παρατηρείται συσσώρευση επιθέτων, τα πιο πολλά σε σχήμα ασύνδετο (δίνουμε παραδείγματα). Πρόκειται για μια παρέκκλιση του ποιητή από την εκφραστική λιτότητα που συνήθως τον χαρακτηρίζει. Στόχος, η δημιουργία καυχησιολογίας και έπαρσης που δικαιολογημένα απαιτείται για τα επιτεύγματα του Ελληνισμού των ελληνιστικών χρόνων.
8) στ.22-23, ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας (ακμαίος και σημαντικός ελληνισμός, σε αντίθεση με τον παρηκμασμένο των προηγούμενων ετών) / στ.28, εκτεταμένες επικράτειες (μεγάλο εύρος εξάπλωσης του ελληνισμού μετά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου) / στ.29, ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών (όλοι προσαρμόστηκαν στη νέα πολιτισμική πραγματικότητα) / στ.30, Κοινή Ελληνική Λαλιά (το σπουδαιότερο επίτευγμα-προβάλλεται με τρεις λέξεις και με κεφαλαία τα αρχικά-πρόκειται για τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν προφορικά και γραπτά σε παγκόσμιο επίπεδο σε λογοτεχνία, φιλοσοφία, επιστήμες και βέβαια ήταν η γλώσσα της Καινής Διαθήκης.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΠΟΙΗΜΑ : "Ποσειδωνιάται"

Διαβάστε συγκριτικά τα ποιήματα του Καβάφη, «Στα 200 π.χ.» και «Ποσειδωνιάται» και σχολιάστε ειδικότερα το στοιχείο της ανατροπής που περιέχουν: στο πρώτο ακόμα και η Περσία εξελληνίζεται, ενώ στο δεύτερο οι Ιταλιώτες Έλληνες βαθμιαία εκβαρβαρίζονται.
 


ΑΠΑΝΤΗΣΗ :Τα δύο ποιήματα που εξετάζονται παράλληλα, έχουν διαφορετική θεματική: στο πρώτο, ο Κ. Καβάφης εκφράζει το θαυμασμό του και εξαίρει το γεγονός της διάδοσης της ελληνικής γλώσσας στα βάθη της Ανατολής. Στο ποίημα «Ποσειδωνιάται» εκφράζει τη λύπη του και την απογοήτευσή του για το γεγονός του αφελληνισμού των Ιταλιωτών Ελλήνων, λόγω της μακροχρόνιας επαφής τους με τους ξένους λαούς. Στα 200 π.χ. Το στοιχείο της ανατροπής είναι ιδιαίτερα εμφανές και στα δύο: μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ελληνικής επικράτειας, η κοινή ελληνική λαλιά, κερδήθηκε, παρά την χαρακτηριστική αποχή των Λακεδαιμονίων στην πανελλήνια εκστρατεία. Από την άλλη, στο σταδιακό εκβαρβαρισμό των Ιταλιωτών Ελλήνων απομένει ένας απόηχος ελληνικότητας.

Και τα δύο κείμενα είναι εμπνευσμένα από την ανεξάντλητη πηγή των ελληνιστικών χρόνων. Ανήκουν στα ιστορικά με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Και στα δύο, αφορμή  για προβληματισμό αποτέλεσε ένα εισαγωγικό παράθεμα. Καθώς το ύφος τους είναι διαφορετικό, αλλότρια είναι και τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτά: ειρωνεία, θαυμασμός, δέος, για το α΄, απογοήτευση, λύπη και αγωνία , για το β΄.
Nάσος Bαγενάς, «O Kαβάφης της κριτικής και ο Kαβάφης του Σεφέρη» (1991)
 ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΙΑ
http://threekoupis.blogspot.gr/2012/02/200.html
http://filolologikamathhmata.blogspot.gr/2013/04/200.html