ΓΝΩΣΗ

ΓΝΩΣΗ

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Το «λογισμικό» τής γλώσσας: λεξιλόγιο – γραμματική – σύνταξη

Το «λογισμικό» τής γλώσσας: λεξιλόγιο – γραμματική – σύνταξη
Γλώσσα χωρίς σημασίες δεν νοείται. Διότι γλώσσα είναι οι πληροφορίες που δίνουμε και παίρνουμε, οι δε πληροφορίες δηλώνονται κυρίως από τις σημασίες και ειδικότερα από τις λέξεις που τις δηλώνουν. Ο κόσμος των σημασιών στη γλώσσα και οι μεταξύ τους σχέσεις (σχέσεις ομοιότητας, συνάφειας, αντίθεσης κ.λπ.) συνθέτουν το λεξιλόγιο τής γλώσσας. Είναι ό,τι ονομάζουμε συνώνυμα και αντώνυμα / αντίθετα (αγάπη, συμπάθεια – μίσος, αντιπάθεια), υπερώνυμα και υπώνυμα (άνθος – τριαντάφυλλο, κρίνος, γαρύφαλλο). Στο λεξιλόγιο ανήκουν επίσης τα παράγωγα και τα σύνθετα, ό,τι παλαιότερα αποκαλούσαμε «ετυμολογικό» τής γλώσσας (σπίτι: σπιτ-άκι, σπιτ-αρόνα – βάλλω: ανα-βάλλω, αναβολή, συμ-βάλλω, συμβολή, προ-βάλλω, προβολή κ.λπ.) .
Θα μπορούσε άραγε να λειτουργήσει επικοινωνιακά η γλώσσα με μόνες τις λέξεις, χωρίς καμία σύνδεση μεταξύ τους; Η απάντηση είναι αρνητική. Η γλώσσα δεν μπορεί να υπάρξει, δηλ. να λειτουργήσει επικοινωνιακά, αν οι λέξεις δεν συνδεθούν μεταξύ τους, ώστε να απαρτίσουν κείμενο, ροή λόγου με λογική και γλωσσική αλληλουχία. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ένας μηχανισμός, ένα πολύ σύνθετο και απαιτητικό σύστημα, η γραμματική και η σύνταξη. Γραμματική και σύνταξη είναι ο μηχανισμός με τον οποίο συνδέονται δημιουργικά οι λέξεις κάθε γλώσσας, ώστε να παράγουν άπειρα σε αριθμό κείμενα, προφορικά και γραπτά. 
Έγινε ήδη λόγος για τη στενή σχέση σκέψης και γλώσσας. Είδαμε επίσης ότι, για να υπάρξει και να λειτουργήσει η γλώσσα, απαραίτητα συστατικά είναι το λεξιλόγιο, η γραμματική και η σύνταξη. Αυτά αποτελούν τρόπον τινά το «λογισμικό» τής γλώσσας. Ωστόσο, το λογισμικό τής γλώσσας και τα στοιχεία που το αποτελούν έχουν ως κύριο λόγο υπάρξεως την εξυπηρέτηση τού ετέρου λογισμικού τού ανθρώπου, τού λογισμικού τού νου. Το λεξιλόγιο τής γλώσσας αντιστοιχεί προς το εννοιολόγιο τού νου . Οι σημασίες των λέξεων σε κάθε γλώσσα δηλώνουν ή εκφράζουν τις έννοιες με τις οποίες σκεπτόμαστε. Η γραμματική με τις γραμματικές κατηγορίες (ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, επιρρήματα κ.λπ.) δηλώνει τις νοητικές κατηγορίες (ενέργειες, πρόσωπα / πράγματα, χαρακτηρισμοί, χρόνος, χώρος κ.λπ.). Η σύνταξη ταξινομεί τις νοηματικές συνάψεις τής νόησης: οι συνδυασμοί εννοιών, τα νοήματα, δηλώνονται στη γλώσσα από τις προτάσεις∙ οι νοηματικές ενότητες, δηλ. οι συνδυασμοί νοημάτων, δηλώνονται από τις προτασιακές ενότητες, τις οποίες (στον γραπτό λόγο) αποκαλούμε παραγράφους∙ οι νοηματικές ενότητες που απαρτίζουν αυτοτελές όλον, το νοηματικό όλον, δηλώνονται στη γλώσσα από τον συνδυασμό γλωσσικών ενοτήτων (παραγράφων) που απαρτίζουν το λεγόμενο κείμενο (προφορικό ή γραπτό).
Τελικά, αν το εννοιολόγιο εξυπηρετείται από το λεξιλόγιο, οι νοητικές κατηγορίες εξυπηρετούνται από τη γραμματική και οι πάσης φύσεως νοηματικές συνάψεις από τη σύνταξη. Η αντιστοιχία νόησης και γλώσσας, «λογισμικού τού νου» και «λογισμικού τής γλώσσας», είναι απολύτως λειτουργική και στη σύστασή της θαυμαστή
Γιώργος Μπαμπινιώτης

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗ(ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ-ΜΕΤΡΟ)

ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑ
H ομοιοκαταληξία έχουμε όταν δυο ή περισσότεροι στίχοι  τελειώνουν με ομόηχες συλλαβές ή λέξεις. Φυσικά η ορθογραφία δεν παίζει κανένα ρόλο. Σημασία έχει μόνον ο ήχος.
Η ομοιοκαταληξία είναι ένα από τα στολίδια τού στίχου. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν ομοιοκαταληξίες στα ποιήματα τους. Επίσης η «μοντέρνα» λεγόμενη ποίηση δε χρησιμοποιεί ομοιοκαταληξίες.
ΕΙΔΗ ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΞΙΑΣ
α) ζευγαρωτή : Ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με το δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο, ο πέμπτος με τον έκτο κτλ.
β) πλεχτή : μέσα σ’ ένα τετράστιχο, ο πρώτος με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο.
γ) σταυρωτή : σε τετράστιχο ο πρώτος με τον τέταρτο και ο δεύτερος με τον τρίτο.
δ) ζευγαροπλεχτή : μέσα σ’ ένα εξάστιχο, ο πρώτος με το δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο.
ΜΕΤΡΟ
Οι αρχαίοι Έλληνες βάσιζαν το μετρικό τους σύστημα στην προσωδία, δηλαδή στην εναλλαγή συλλαβών πού ήσαν μακρές ή βραχείες. Αλλά η διάκριση σε μακρά και βραχέα σιγά – σιγά εγκαταλείφθηκε. Κι έτσι η νέα ποίηση αναγκάστηκε να πάρει ως βάση τού μετρικού της συστήματος τον τόνο. Θεώρησε δηλαδή ως μακρά την τονισμένη συλλαβή και ως βραχεία την άτονη.Το σύστημα αυτό λέγεται και τονικό σύστημα.
Η εναλλαγή κατά ορισμένο σύστημα τονισμένων και άτονων συλλαβών αποτελεί το μέτρο. Το μέτρο λέγεται επίσης και πόδας. Ένας ή και περισσότεροι πόδες αποτελούν το στίχο.
Όταν θέλουμε να συμβολίσουμε τους πόδες ή τα μέτρα χρησιμοποιούμε    το «_» για την τονισμένη συλλαβή και το «υ» για την άτονη.
Κάθε πόδας μπορεί να περιλαμβάνει δύο ή τρεις συλλαβές.
Τα μέτρα (μετρικοί πόδες) στη νεοελληνική ποίηση είναι πέντε : ο ίαμβος, ο τροχαίος, ο ανάπαιστος, ο δάκτυλος, και ο αμφίβραχυς (ή μεσοτονικός).
 Α”. ΙΑΜΒΙΚΟ ΜΕΤΡΟ
Το ιαμβικό μέτρο περιλαμβάνει δυο συλλαβές από τις οποίες τονίζεται ή δεύτερη. (υ_). Σε ιαμβικό μέτρο, π.χ. είναι γραμμένη η «Ξανθούλα» τού Σολωμού:
Την ει |  δα την | ξανθού | λαυ_, υ_, υ_, υ
την ει  | δα ψες | αργά, υ_, υ_, υ_,
που εμπή | κε στή | βαρκού | λαυ_, υ_, υ_, υ
να πάει  | στην ξε  | νιτιάυ_, υ_, υ_ .
(Τραγουδώντας το ρυθμικά ακούγεται κάπως έτσι: νανά – νανά – νανά )
Β”. ΤΡΟΧΑΪΚΟ ΜΕΤΡΟ
Το τροχαϊκό μέτρο περιλαμβάνει επίσης δυο συλλαβές, πού τονίζονται όμως αντίστροφα απ” ό,τι στον ίαμβο. Δηλαδή τονι­σμένη είναι η πρώτη συλλαβή και άτονη η δεύτερη ( _υ ):
Σε τροχαϊκό μέτρο είναι γραμμένος και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού.
«Σε γνω  | ρίζω α  |πό την |κόψη _υ, _υ, _υ, _υ
του σπα  | θ|ού την | τρομε | ρή_υ, _υ, _υ, _
σε γνω  | ρίζω α | πό την | όψη I _υ, _υ, _υ, _υ
που με  | βιά με | τράει τη | γή._υ, _υ, _υ, _

(Τραγουδώντας το ρυθμικά ακούγεται κάπως έτσι: νάνα – νάνα – νάνα )

Γ. ΑΝΑΠΑΙΣΤΙΚΟ ΜΈΤΡΟ
Το αναπαιστικό μέτρο αποτελείται από τρεις συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η τελευταία, ενώ οι δυο πρώτες είναι άτονες (υυ_). “Σε αναπαιστικό μέτρο είναι γραμμένο το επίγραμμα του Σολωμού, « Η καταστροφή των Ψαρών» :
Στων Ψαρών | την ολό | μαυρη ρά | χη υυ_, υυ_, υυ_, υ
περπατώ  | ντας η δό | ξα μονά | χη υυ_, υυ_, υυ_, υ
μελετά | τα λαμπρά | παλληκά | ριαυυ_, υυ_, υυ_, υ
και στην κό | μη στεφά  |  νι φορείυυ_, υυ_, υυ_,
γινωμέ  | νο απο λί  | γα χορτά | ριαυυ_, υυ_, υυ_, υ
πού ειχαν μεί | νει στην έ  | ρημη γή.υυ_, υυ_, υυ_,

(Τραγουδώντας το ρυθμικά ακούγεται κάπως έτσι: νανανά – νανανά – νανανά)

Δ”. ΔΑΚΤΥΛΙΚΟ ΜΕΤΡΟ
Εδώ, όπως στον ανάπαιστο, υπάρχουν επίσης τρεις συλλαβές. Άλλα τονίζεται η πρώτη, ενώ οι δυο επόμενες μένουν άτονες (_υυ). Σε δακτυλικό μέτρο είναι γραμμένα τα «Χαμένα Χρόνια» τού Πολέμη:
Αχ και να | γύριζαν, | να ‘ρχονταν | πίσω_υυ,  _υυ, _υυ, _υ
τα χρόνια | που έζησα  |πριν σ’ αγα |   πήσω_υυ, _υυ, _υυ, _υ
Χρόνια αμνη | μόνευτα, | σα να ‘ταν | ξένα,_υυ, _υυ, _υυ, _υ
τα χρόνια | που έζησα | δίχως ε | σένα…  _υυ, _υυ, _υυ, _υ

(Τραγουδώντας το ρυθμικά ακούγεται κάπως έτσι: νάνανα – νάνανα – νάνανα )

 Ε”. ΑΜΦΙΒΡΑΧΥΣ
Όταν ο πόδας περιλαμβάνει τρεις συλλαβές, από τις οποίες τονίζεται η μεσαία (υ_υ), τότε έχουμε αμφίβραχυ ή μέτρο μεσοτονικό, όπως λέγεται ακόμη. Τέτοιο μέτρο βρίσκομε στο «Μια πίκρα» του Παλαμά:
Τα πρώτα | μου χρόνια | τ” αξέχα | στα τα ‘ζη  |  σαυ_υ, υ_υ, υ_υ, υ_υ, υ
κοντά στ’ α | κρογιάλι, |υ_υ, υ_υ,
στη θάλασ  |  σα εκεί τη | ρηχή και | την ήμε | ρη,υ_υ, υ_υ, υ_υ, υ_υ,υ
στη θάλασ  | σα εκεί την|  πλατειά, τη | μεγάλη υ_υ, υ_υ, υ_υ, υ_υ
(Τραγουδώντας το ρυθμικά ακούγεται κάπως έτσι: νανάνα – νανάνα – νανάνα)

ΠΗΓΕΣ

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

σημασιολογικές μεταβολές των λέξεων

για τις σημασιολογικές μεταβολές των λέξεων. Λέγαμε ότι η κάθε λέξη, ενώ μπαίνει στη ζωή της γλώσσας με μια σημασία, σιγά σιγά με τη χρήση και με την πάροδο του χρόνου αποκτά και άλλες σημασίες συναφείς/συγγενικές συνήθως προς την αρχική. Τα κοινωνικά περιστατικά, τις συνθήκες επικοινωνίας που αλλάζουν τις σημασίες των λέξεων, λέγαμε, άλλοτε τα γνωρίζουμε ή τα βρίσκουμε με σχετική ευκολία και άλλοτε όχι.
Χρίστος Τσολάκης “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η - Δ : ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η - Δ : ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ
«το νοήσαι χαλεπόν, το δε φράσαι χαλεπότερον» (είναι δύσκολη η νόηση, αλλά η έκφραση είναι ακόμα δυσκολότερη)
Λέγοντας επιχείρημα εννοούμε ένα σύνολο από λογικές προτάσεις –σκέψεις με τις οποίες προβάλλουμε και υποστηρίζουμε μια προσωπική μας άποψη ή ανασκευάζουμε – καταρρίπτουμε μιαν άλλη . Οι σκέψεις αυτές πρέπει να έχουν οργανωθεί σε μία κλιμακωτή σειρά, ώστε να καταλήγουν αβίαστα σε ένα λογικό συμπέρασμα . Τα επιχειρήματά μας είναι αναγκαίο να χαρακτηρίζονται 
α.) από αλήθεια ( δηλ. να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα) 
και β ) από εγκυρότητα (δηλ. να καταλήγουν λογικά σε ένα ασφαλές συμπέρασμα). Στην περίπτωση αυτή είναι επιτυχημένα και ο λόγος μας διαθέτει συνοχή και αλληλουχία 
Πώς διατυπώνουμε έγκυρα και αληθή επιχειρήματα ; 
Α. με την παρουσίαση τεκμηρίων : δηλ. παραδειγμάτων από την Ιστορία ή την καθημερινή ζωή, στατιστικών στοιχείων, πορισμάτων επιστημονικών ερευνών κ.λ.π. 
Β. με την επίκληση κοινά αποδεκτών αρχών ή αξιών.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΕΙΜΕΝΟ : Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ : ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ; Α. θέση προς ανασκευή – απόρριψη :
 Γιατί να μην απλοποιήσουμε τη γλώσσα μας καταργώντας την ιστορική ορθογραφία ; Γιατί παιδευόμαστε με τα έξι /i/ τής ορθογραφίας τής γλώσσας μας (ι, η, υ, ει, οι, υι), με τα δύο /e/ (ε, αι), τα δύο /o/ (o, ω), τα τρία /v/ (β, αυ, ευ), τα τρία /f / (φ, αυ, ευ), τα δύο /z/ (ζ, σμ, σλ) κ.ο.κ.; Δεν μας φτάνει ένα /i/ το ι, ένα /e/ το ε, ένα /o/ το ο, ένα /v/ το β κ.τ.ό.; Γιατί να μη γράφουμε ιρίνι (ειρήνη), ίπαρξι (ύπαρξη), κερί (καιροί), γινέκα (γυναίκα), εσθάνομε (αισθάνομαι), χόρι (χώροι), εβγενίς (ευγενείς), άβριο (αύριο), έφθιμι (εύθυμη) κ.τ.ό.; Είναι η ιστορική ορθογραφία απόρροια (ή «απόρια») ενός εθνικού μαζοχισμού; Είναι επινόηση κάποιων διανοουμένων; Είναι προσκόλληση σε παρωχημένες γλωσσικές εμμονές; Και προχωρώντας πιο τολμηρά, λένε μερικοί, γιατί να μη γράφουμε irini, iparksi, keri, gineka, esthanome, chori, evgenis, avrio, efthimi κ.τ.ό.; Γιατί να μη προσχωρήσουμε δηλ. στο λατινικό αλφάβητο (που -στο κάτω-κάτω- είναι ελληνικής προελεύσεως), κάνοντας τη γραφή μας πιο προσιτή στους ξένους; Ηδη δεν επικοινωνούμε στους Η/Υ με τα Greeklish; Αυτά και άλλα πολλά ακούω κατά καιρούς σε μαθήματα, διαλέξεις, συζητήσεις, όταν έρχεται ο λόγος στην ιστορική ορθογραφία τής γλώσσας μας και στις δυσκολίες που γεννά η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ
Β1 ο επιχείρημα : Και άλλοι λαοί δεν απλοποίησαν τη γλώσσα τους (παραδείγματα – τεκμήρια ) 
Β. 2 ο επιχείρημα : Η ιστορική ορθογραφία είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός λαού (παρουσίαση τεκμηρίων – παραδειγμάτων από την ιστορική μορφή της γλώσσας μας που καταδεικνύουν και τη σημασία της ) ορθή γραφή της ως απορίες κάποιων ομιλητών τής Ελληνικής που θέτουν το αίτημα ή νομίζουν πως «ανακαλύπτουν» τη λύση των δυσκολιών τής ορθογραφίας με την υιοθέτηση μιας φωνητικής ορθογραφίας με ελληνικά ή -κατά τους πιο τολμηρούς- με λατινικά γράμματα. Η συζήτηση συνήθως -εκ μέρους μου- προχωρεί ως εξής: Αλήθεια, γιατί οι αγγλόφωνοι λ.χ. λαοί (Αγγλοι, Αμερικανοί, Αυστραλοί, Καναδοί) δεν προχώρησαν σε υιοθέτηση τής φωνητικής ορθογραφίας, όταν μάλιστα έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ οξύτερες ορθογραφικές δυσκολίες απ' ό,τι εμείς; Όταν λ.χ. έχουν να αντιμετωπίσουν την τεράστια απόσταση που υπάρχει μεταξύ προφοράς και γραφής σε παραδείγματα που χρησιμοποιούν οι ειδικοί για να δείξουν π.χ. ότι τελείως διαφορετικοί φθόγγοι ή διαδοχές φθόγγων (ou, af ap, au, u, o, oκ/och) ορθογραφούνται με την ίδια διαδοχή γραμμάτων, γράφονται το ίδιο ως -ough: Though the rough cough and hiccough plough me through, Ι ought to cross the lough! Και, φυσικά, τι να πει κανείς για τα συστήματα γραφής/ορθογραφίας που χρησιμοποιούνται για την κινεζική ή την ιαπωνική γλώσσα με τις χιλιάδες των χαρακτήρων που πρέπει να ξέρει κανείς για να γράφει αυτές τις γλώσσες; Οπως και να το δούμε, η ιστορική ορθογραφία των λέξεων μιας γλώσσας είναι μέρος τής πολιτιστικής κληρονομιάς ενός λαού. Η γραπτή μορφή των λέξεων μαζί με τη σημασία τους συναποτελούν το γραπτό λόγο μιας γλώσσας. Μέσα σ' αυτόν απεικονίζεται η ιστορία των λέξεων, αφού ιστορική ορθογραφία σημαίνει παράσταση τής ετυμολογικής προέλευσης και τής ετυμολογικής συγγένειας κάθε λέξης, απ' όπου συνάγεται η βασική σημασία της και η σχέση της με τις άλλες λέξεις που ανήκουν στην ίδια ετυμολογική οικογένεια. Ετσι λ.χ. γράφοντας φίλος με ι συνδέεις τη λέξη με όλα τα σύνθετα και τα παράγωγα που ανήκουν στην ίδια ετυμολογική- σημασιακή οικογένεια (φιλία, φιλικός, άφιλος, φιλόσοφος, ζωόφιλος, συμφιλιώνω κ.λπ.), ενώ γράφοντας φυλή (με υ και ένα λ) συνδέεις τη λέξη ετυμολογικά-σημασιακά με λέξεις όπως φυλετικός, φυλετισμός, διαφυλικός φυλογενετικός, αλλόφυλος κ.λπ., γράφοντας δε φύλλο (με υ και δύο λ) έχεις περάσει σε άλλη ετυμολογική οικογένεια και σημασία, που φαίνεται στις λέξεις φύλλωμα, φυλλωσιά, πλατύφυλλος, τριαντάφυλλο, φυλλομετρώ κ.τ.ό. Αλλο το λειπ- στο λείπω, λειψός, έλλειψη, διάλειμμα κ.λπ., άλλο το λυπ- στα λύπη, λυπάμαι, περίλυπος, λυπηρός κ.λπ., άλλο το ληπ- (του λαμβάνω) στα αντιληπτός, λήψη, κατάληψη, ακατάληπτος κ.τ.ό. Το ότι το λοιπ- στα λοιπός, λοιπόν, υπόλοιπος κ.ά. ή το λιπ- στο ελλιπής, λιποτάκτης, λιποψυχώ αποτελούν συγγενείς φωνολογικές μορφές («μεταπτωτικές βαθμίδες» τις λένε οι γλωσσολόγοι) τής ρίζας λειπ- (λείπω) είναι κι αυτό μια γνώση/πληροφορία που φωτίζει ετυμολογικά-σημασιακά τις αντίστοιχες λέξεις…
Γ. λογικό συμπέρασμα – κατακλείδα Η εξοικείωση με την ιστορική γραφή των λέξεων, τελικά, αποτελεί λεπτή πνευματική άσκηση, αφού συνδέεται με την προσπάθεια να γνωρίσει κανείς την αρχική βασική σημασία μιας λέξης και την οικογένεια των λέξεων που συνδέονται ετυμολογικά-σημασιακά μαζί της. Να γιατί η γλώσσα, όταν διδάσκεται δημιουργικά από εμπνευσμένους ευαίσθητους δασκάλους, αποτελεί μύηση στις διαδικασίες της έκφρασης, της σκέψης και του πνεύματος και, κατ' επέκτασιν, του πολιτισμού ενός λαού. 
 ΕΦΗΜ. ΤΟ ΒΗΜΑ


 Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
 Ότι η γλώσσα δεν είναι απλό εργαλείο , όπως την θέλουν μερικοί τεχνοκράτες γλωσσολόγοι, επικοινωνιολόγοι και πληροφορικοί, αλλά καθοριστικό συστατικό της προσωπικότητας του ατόμου και της φυσιογνωμίας ενός λαού, δηλ. υπαρξιακό στοιχείο, σήμερα φαίνεται να αποτελεί γενικότερα αποδεκτή θέση. Ο Γάλλος Buffon πολύ παλιά και πολύ επιγραμματικά ταύτισε την έννοια του ανθρώπου με την ιδιαιτερότητα της γλωσσικής του έκφρασης : το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Πολύ αργότερα ένας φιλόσοφος της γλώσσας, ο πολύς Wittgenstein (…) διατύπωσε ακόμη πιο καθαρά μιαν αρχή στην οποία συχνότατα παραπέμπουν όλοι , όσοι μιλούν για την υφή και την αξία της γλώσσας. Η γλώσσα μου είναι ο κόσμος μου («The limits of my language mean the limits of my world » ) . Μέσα στη γλώσσα ενός λαού, μέσα στην κάθε λέξη και φράση απεικονίζονται στοιχεία από την ιστορία, τη σκέψη τη νοοτροπία , την καλλιέργεια και τον πολιτισμό του .Γι αυτό και η ίδια η διδασκαλία μια μητρικής (εθνικής) γλώσσας , όταν διδάσκεται σωστά και στο απαιτούμενο βάθος, είναι αυτόχρημα διδασκαλία του ύφους και του ήθους ενός λαού , ιστορικός και φρονηματιστικός μαζί παράγων. Ο ιδρυτής της «μοντέρνας», λεγόμενης, γλωσσολογίας, ένας γλωσσολόγος που είχε σ’ όλη του τη ζωή θητεύσει στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κλασικές γλώσσες, -αναφέρομαι στο Ferdinand de Saussure – ήταν κι ο γλωσσολόγος που όρισε τη γλώσσα ως ταξινομία του κόσμου. Που σημαίνει ότι ο άνθρωπος με τη γλώσσα ταξινομεί τον κόσμο του έτσι όπως τον έχει συλλάβει κι επεξεργαστεί πρώτα με τη νόησή του .Με τη γλώσσα ο άνθρωπος βάζει μια τάξη στο χάος της γύρω του πραγματικότητας. Κάθε λαός σύμφωνα με τη νοοτροπία, τις αντιλήψεις, τον πολιτισμό και την ιστορία του, τις αξίες και τα « πιστεύω »του συλλαμβάνει, οργανώνει και εκφράζει γλωσσικά τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. Μια άλλη γλώσσα δεν είναι απλώς άλλες λέξεις για τα ίδια πράγματα, λέμε οι γλωσσολόγοι. Γιατί τότε η μετάφραση λ.χ. από τη μια γλώσσα στην άλλη θα ήταν απλό παιχνίδι. Και, βέβαια, αυτό δεν συμβαίνει. Κάθε γλώσσα, επανερχόμαστε στον Saussure , είναι άλλη ταξινόμηση του κόσμου. Να γιατί κάθε γλώσσα είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα εθνική ταυτότητα· η έκφραση της σύγχρονης ύπαρξης και της ιστορικής μαζί διαδρομής κάθε λαού , δηλ. η ταυτότητά του. Γι αυτό και η πιο ουσιαστική προσέγγιση ενός πολιτισμού , ενός λαού, μιας κοινωνίας, περνάει πάντα μέσα από τη γλώσσα. Τα γλωσσικά σύμβολα αποκαλύπτουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη νοοτροπία, την ιστορία, τη σκέψη και τη στάση ενός λαού απέναντι στον κόσμο. 
 Γ. Μπαμπινιώτης
 ΕΡΓΑΣΙΕΣ
 1. Να γράψετε τα στοιχεία δομής και τον τρόπο / τρόπους ανάπτυξης της 1ης παραγράφου . 
2. Για κάθε υπογραμμισμένη λέξη να γράψετε μια συνώνυμη που δεν διαφοροποιεί το νόημα του κειμένου. 
3. α. ) Ποια άποψη υποστηρίζει στο παραπάνω κείμενο ο συγγραφέας και με ποια επιχειρήματα την αιτιολογεί ; β. ) Ποιον ή ποιους τρόπους τεκμηρίωσης χρησιμοποίησε ;

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Χρίστος Τσολάκης “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”

Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει το σύμπαν. Μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις. Όπως τα ρεύματα των υδάτων κινούνται στην κοίτη του ποταμού και, αν δεν υπάρχει αυτή, σκορπίζουν και χάνονται, έτσι και οι σκέψεις κινούνται στην κοίτη της γλώσσας και χάνονται, όταν χάνεται εκείνη. Από την ώρα που ο άνθρωπος αποκτά τις λέξεις, η κοίτη της σκέψης του γίνεται λεκτική. Η σκέψη χωρίς τη γλώσσα είναι βουβή, αλλά και η γλώσσα χωρίς τη σκέψη γίνεται κραυγή.
Με τον μικρόκοσμο των λέξεων ελευθερώνεται και φτάνει στο φωναχτό αγέρι της ζωής ο μέγας κόσμος της ανθρώπινης συνείδησης και του ανθρώπινου μόχθου. Οι λέξεις, «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας» του Ελύτη, είναι αυτές που σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου. Τα όρια του λόγου μου, είπαν, σηματοδοτούν τα όρια του κόσμου μου. Το παιδί κάνει τη μεγαλύτερη ανακάλυψη της ζωής του, όταν συνειδητοποιεί ότι τα πράγματα έχουν ονόματα.
Συνείδηση, επομένως, της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της σκέψης. Συνείδηση της απεραντοσύνης της γλώσσας σημαίνει συνείδηση της απεραντοσύνης της σκέψης. Γι’ αυτό και οι γλώσσες βρίσκονται στα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθίνουν. Αυτό και το αντίστροφό του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες. Στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες. Άλλες γλώσσες απαιτούσαν οι αρχαίοι πολιτισμοί —πρώτος και καλύτερος ο αρχαιοελληνικός— και άλλες (συνθηματικές και τυπικές) απαιτούν οι σύγχρονοι. «Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» επαναλαμβάνει διαρκώς η γλώσσα στη γλωσσική κοινότητα που τη μιλάει.
Μένει κανείς ενεός μπροστά στον κινητικό χαραχτήρα του λόγου. Στο εσωτερικό της λέξης, σαν σε ένα μικρό λεξικό σύμπαν, διαγράφουν με θαυμαστή διακριτικότητα τις τροχιές τους γύρω από το κυρίαρχο νοηματικό κέντρο τα ετερώνυμα φορτία των μικρότερων σημασιολογικών μονάδων, απαράλλαχτα όπως στον αστρικό μέγα κόσμο του ηλιακού συστήματος διαγράφουν με θαυμαστή ακρίβεια τις τροχιές τους γύρω από τον ήλιο οι πλανήτες, και όπως στον μικρόκοσμο του ατόμου διαγράφουν τις δικές τους τροχιές γύρω από τον πυρήνα τα ηλεκτρόνια.
Κίνηση και αγώνας… Και όμως κανείς, ούτε και ο πιο γυμνασμένος νους δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί-τη σχεσιοδυναμική αυτών των αγωνιστικών κινήσεων. Παραμένουν αθέατες. Τις έχει ευλογήσει η σοφία και η αρμονία της δημιουργίας: «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων» (Ηράκλειτος).
Και, βέβαια, δεν είναι μόνον η λέξη. Την αγωνιστική, την αγωγική δηλαδή κίνηση του λόγου, την ανιχνεύουμε σε κάθε γλωσσική μονάδα. Κοιτάξτε με το φακό αυτής της σχεσιοδυναμικής των στοιχείων του λόγου την πρόταση:

Το χάσμα γέμισε άνθη.
Σύγκειται από δύο άμεσα συστατικά (την Ονοματική Φράση Το χάσμα, και τη Ρηματική Φράση γέμισε άνθη) τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λογικής δημιουργίας. Το πρώτο θέτει/ονομάζει κάτι, Το χάσμα, και το δεύτερο το σχολιάζει. Συνεπώς η πρόταση έχει δομηθεί από το θέμα και από το σχόλιό του. Υπάρχει μια αγωνιστική λογική σ’ αυτήν την πρόταση που κατοπτρίζει τη λογική του νου. Πρώτα ονομάζει κάτι και ύστερα το συζητάει. Πρόταση λόγου και ανθρώπινη σκέψη διακρίνονται από την ίδια δομική λογική. Ο λόγος χτίζεται κατ’ εικόνα και ομοίωσιν της σκέψης. Είχε άδικο ο Πλάτων που θεωρούσε τη σκέψη εσωτερικευμένη γλώσσα, τη δε γλώσσα εξωτερικευμένη σκέψη; ή ο αρχαίος λόγος που ονόμαζε τη γλώσσα σκέψη της σκέψης; «Γλώσσα νόησις νοήσεως».
Η οριζόντια αυτή κίνηση των γλωσσικών στοιχείων διέπεται από τέτοιες και τόσες αγωνιστικές δυναμικές, ώστε να μπορεί να αυξάνει επ’ άπειρον τη ροή του λόγου. Παρατηρείται στο λόγο ό,τι και στα μαθηματικά. Η ίδια δημιουργική ικανότητα, που παράγει τη γλώσσα, παράγει και τα μαθηματικά, που είναι και αυτά γλώσσα μέσα στην ευρύτερη γλώσσα. Η παγκόσμια γλώσσα των κρυστάλλινων γλωσσικών συμβόλων.
Και η κίνηση συνεχίζεται. Αντίθετη προς την οριζόντια κίνηση του λόγου είναι η κάθετη κίνησή του, η οποία έχει τη δυνατότητα να αντικαθιστά και να πολλαπλασιάζει, προς το άπειρον επίσης, τα γλωσσικά στοιχεία της οριζόντιας κίνησης. Την πρόταση π.χ.
Το χάσμα γέμισε άνθη
μπορούμε να την πολλαπλασιάσουμε κάθετα προς το άπειρον αντικαθιστώντας καθέναν από τους όρους που την αποτελούν με άλλους. Έτσι θα έχουμε τα σχήματα:
Το χάσμα                             άνθη
Το σπίτι                              κόσμο
Ο κήπος                               πουλιά
Το σχολείο                          χαρά
Η γειτονιά   γέμισε          ήλιο
Το χωριό                               φως
Το πάρκο                             φωνές
Το γήπεδο                           τραγούδια
κλπ.                       κλπ.
Διαπιστώνουμε έτσι ότι καθένα από τα στοιχεία που συγκροτούν την πρόταση καλεί, προκαλεί, ανακαλεί και συγκαλεί τα όμοιά του ή τα αντίθετά του.
Οριζόντια, λοιπόν, κίνηση του λόγου και κάθετη συγκροτούν μηχανισμό ο οποίος πολλαπλασιάζει τη γλώσσα προς το άπειρον και έχει τη δυνατότητα να καλύπτει «ες αεί» το φάσμα της σύνολης ζωής. Οι φυσικές γλώσσες είναι απέραντες, πολυδύναμες, πρωτεϊκές, γιατί είναι ζυμωμένες με τα συστατικά του πνεύματος και της ζωής. Είναι, συνεπώς, αφελής, τουλάχιστον, η .άποψη ότι μια φυσική γλώσσα διακρίνεται από γλωσσική πενία. Η γλωσσική πενία ή λεξιπενία απαντάται μόνο σε άτομα.
Μια φυσική γλώσσα με τον πεπερασμένον αριθμό των γλωσσικών της στοιχείων και των γλωσσικών νόμων που τα διέπουν θα μπορούσε να παραγάγει τόσες γλωσσικές μορφές, όσες χρειάζεται μια κοινότητα γλωσσική για να εκφραστεί. Αυτό είναι, νομίζω, και το βαθύτερο νόημα των λόγων του Σολωμού:
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού σου και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την».
Και δεν γίνεται, βέβαια, να την κυριέψεις χωρίς αγώνα. Με τον αγώνα φτάνει ο ομιλητής στη συνείδηση του λόγου.
Στη χώρα μας, όμως, ο αγώνας του λόγου συχνά νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας.Το ελληνικό σχολείο δεκαετίες ασφυκτιούσε κάτω από τη βαριά σκιά του σχολαστικισμού και της προγονοπληξίας, ανίκανο, θα πει ο Δημοσθένης Δανιηλίδης, ν’ αποδώσει άλλο από έναν ρηχό εγκεφαλισμό και έναν άγονο ρητορισμό. Στάθηκε ακατάλληλο να μορφώνει μυαλά και να τα κατευθύνει θετικά. Έτσι αφέθηκε, και είναι αφημένη, η νεοελληνική διανοητικότητα στην τύχη, εκτεθειμένη στη ροή των εκάστοτε δημιουργούμενων πολιακών, κοινωνικών και άλλων συνθηκών, με αποτέλεσμα να εκφυλιστεί, ή να εξελιχθεί σε τυχοδιωκτισμό και ερασιτεχνισμό, σε τετραπερατοσύνη και δολιότητα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες καθολικής διγλωσσίας ο αγώνας του λόγου νοθεύτηκε και εσίγησε ο λόγος της ελευθερίας. Τη θέση του την πήρε ο λόγος της υποκρισίας. Ιδού ένα δείγμα του:
Του ατέρμονος κόσμου αι κυανοί στιβάδες, του διφρηλατούντος Φοίβου αι ιλαραί ακτίνες, των ουρανίων αψίδων τα σελασφόρα και μαρμαίροντα κοσμήματα, των ποντίάδων αυρών τα εύστροφα άλματα, των ποικιλοχρόων ανθέων τα αρώματα, και των καλλιφώνων μελωδών του ουρανού τα άσματα μαλάσσουσι το σκληρόν και αύθαδες της φύσεως, δημιουργούσι και περικοσμούσι την ευκρασίαν των ωρών του ενιαυτού και αναδεικνύουσι την χώραν του Ολυμπου και του Ταϋγέτου, του Παρνασσού και της Ίδης, της Ιωνίας και των νήσων, αναδεικνύουσι, λέγομεν, ενδιαίτημα λαού έχοντος ευγενή την καρδίαν και πράον το ήθος.
Πρόκειται για λόγο που δεν στοιχεί σε καμιά πραγματικότητα ούτε αρχαιοελληνική ούτε νεοελληνική. Οι λέξεις έχουν χάσει την εσωτερική τους ζωή και είναι νεκρές. Γι’ αυτό και «μυρίζουν άσχημα σαν μέλισσες σε άδειο πανέρι», όπως λέει ο ποιητής. Δεν πρόκειται για δημοτική ή καθαρεύουσα. Δεν βρίσκεται εκεί το πρόβλημα. Πρόκειται για αληθινό ή υποκριτικό λόγο. Δηλαδή για ζωντανό ή νεκρό λόγο. Κι αυτός ο λόγος είναι νεκρός.
Ακούστε τώρα και το λόγο του Μακρυγιάννη. Στον άλλο κόσμο ο τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος συναντά τον Μεγάλο Ναπολέοντα και θυμούνται μαζί τον επάνω κόσμο. Θυμούνται και τους Έλληνες:
Πάμε, Ναπολέων, να ιδούμε τους παλιούς τους Έλληνες, λέει ο Αλέξανδρος, εις το μέρος όπου κατοικούνε, να βρούμε τον γερο-Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμεν τις χαροποιός είδησες, ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους οπού ήταν χαμένοι και σβησμένοι από τον κατάλογο της ανθρωπότης. Αυτήν οι  αγαθοί και οι δίκαιγοι, το φως της αλήθειας, οι γενναίοι περασπισταί της λευτεριάς, με πατριωτισμόν, με καθαρή αντρεία, μ ’ αρετή κι όχι δόλον κι απάτη επλούτυναν την ανθρωπότη απο αυτά· κι αν ήταν αυτήν οι φτωχοί εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι πολύ εις τα ιστορικά τον κόσμον. Δι ’ αυτούς ήταν τα τούς αγώνες της αρετής. Δια τούτο θέλησε ο Θεός ο δίκιος και ανάστησε και τους απογόνους τους, όπου ήταν χαμένη τόσους αιώνες οι πατρίδα τους. […].
Τους κατάτρεξαν οι Ευρωπαίγοι τους δυστυχείς Έλληνες. Εις τις, πρώτες χρονιές εφόδιαζαν τα κάστρα των Τούρκων τους κατάτρεχαν και τους κατατρέχουν ολοένα δια να μην υπάρξουν. Η Αγγλία τους θέλει να τους κάμη Άγγλους με την δικαιοσύνην την αγγλική, καθώς οι Μαλτέζοι ξυπόλυτους και νηστικούς, οι Γάλλοι Γάλλους, οι Ρούσοι Ρούσους κι ο Μετερνίκ της Αούστριας Αουστριακούς —κι όποιος τους φάγη από τους τέσσερους. Και τους λευτερώνουν χειρότερα κι από τους Τούρκους. Και οι τέσσεροι καλά φρονούν, όμως να ιδούμεν τι λέγει κι αυτός ο μάστορης ο γερο-Θεός.
Ύστερα από τέτοιο λόγο, καλό είναι να σωπαίνει κανείς. Είναι και η σιωπή γλώσσα. Σχολιάζει η φωνή της σιωπής ευγλωττότερα από το λόγο της φωνής. «Είναι ο αγράμματος γενναίος Μακρυγιάννης, που μιλάει, πώποτε μη αναγνώσας». Συλλαβίζεις στη γαλήνη του λόγου του το λόγο της ψυχής του, τον επίμονο αγώνα του να ζωγραφίσει στο χαρτί τον εαυτό του και τη δίκαιη συνείδηση του γένους του.
«Μοιάζει, λέει ο Σεφέρης, αυτός ο ζωγραφισμένος λόγος σαν κάτι παλιούς τοίχους που, κοιτάζοντάς τους, θαρρείς πως συλλαβίζεις την κάθε κίνηση του χτίστη, που συναρμολόγησε την αμέσως επόμενη πέτρα με την προηγούμενη, την αμέσως επόμενη προσπάθεια με την προηγούμενη, αποτυπώνοντας πάνω στην τελειωμένη οικοδομή τις περιπέτειες μιας αδιάσπαστης ανθρώπινης ενέργειας».
Τις περιπέτειες του αγώνα του λόγου, που ζωγραφίζονται στο λόγο της ελευθερίας. Αυτή είναι η δύναμη του λόγου του Μακρυγιάννη: η ελεύθερη φωνή χωρίς κουδουνίσματα και κορδακισμούς.
«Δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν έδωσε στο Μακρυγιάννη τα μέσα να μάθει γράμματα, συνεχίζει ο Σεφέρης. Πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, αφού την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι “τροπαιούχοι του άδειου λόγου».
Και η μόρφωση, η παιδεία του Μακρυγιάννη, βρίσκεται στις ρίζες της γλώσσας του ελληνισμού, αναπαλλοτρίωτη περιουσία μιας φυλής.
Παιδεία και πολιτισμός μέσα από τη γλώσσα παραδίδονται από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία. Κατατρεγμένη αλλά πάντα ζωντανή η γλώσσα, αγνοημένη αλλά πάντα παρούσα είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση ακριβώς αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα 1821.
Έπιασε, βλέπετε, βαθιά, και γι’ αυτό κρατιέται πάντα χλωρή, η ρίζα αυτής της γλώσσας. Και δίνει πότε τον Όμηρο, πότε τον Ερωτόκριτο, πότε τον Μακρυγιάννη, πότε το δημοτικό τραγούδι, το παραμύθι, τους μύθους, τους θρύλους, τις παραδόσεις της φυλής. Είναι όλοι τους κλώνοι του ίδιου δέντρου. Θυμάται κανείς, λέει ο εθνικός ποιητής, κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν ριζώνουν για καλά, παλεύουν το χώμα γκρεμίζοντας φράχτες, θραύοντας ταφόπετρες, ανοίγοντας δρόμους. Είναι γιατί ζητούν το φως. Έτσι και ο λόγος ο ελληνικός. Έχοντας από μέσα του δύναμη, —βυθίζεται πολύ βαθιά, βλέπετε, σε καρπερή γη— παλεύει να βγει στο φως της ελευθερίας, για να δέσουν μαζί στο αγλαότερο κάρπισμά τους τον πιο σπάνιο καρπό τους: το λόγο της ελευθερίας.
Κορυφαία στιγμή του αγώνα που πραγματώνει ο λόγος είναι η ποίηση. Στον ποιητικό λόγο οι δυναμικές της λέξης φτάνουν στην πιο υψηλή τους ένταση, γι’ αυτό και κατακτούν τον υψηλότερο δείκτη ελευθερίας. Την ποιητική λέξη, θα μας πει ο Κακριδής, «τη δυναστεύει ένας ακαταμάχητος πόθος ελευθερίας». Προς την ελευθερία της, όμως, υψώνεται η λέξη μέσα από τη σύγκρουση, μέσα από φυγόκεντρες και κεντρομόλες δυνάμεις, μέσα από τις δυνάμεις που αποζητούν την έκφραση και τις αντίμαχές τους που σηκώνουν τους φραγμούς. Ένας παράδοξος αγώνας στον οποίο τελικά δεν πρέπει να νικήσουν ούτε αυτές οι δυνάμεις ούτε εκείνες.
Μια τέτοια νίκη θα στην καταστροφή. Είναι ανάγκη να νικήσει ο λόγος. Πρέπει δηλαδή  ο λόγος, μέσα από την σύγκρουση των αντινομικών συστατικών που την συγκροτούν, να λαγαρίσει και να υψωθεί κάθετα πάνω και πέρα απο τις συμβατικότητες της καθημερινής γλώσσας. Το έπαθλο είναι τοτε η διπλή ελευθερία: η δοτή του ελευθερία, αφού θραύει τους φραγμους που ο ίδιος θέτει στον εαυτό του, και η ελευθερία του ανθρώπου-  αφού απεγκλωβίζεται από τη μόνωσή του και συναντά τον συνάνθρωπου του, για να υπάρξουν μαζί μέσα από την επικοινωνία τους και τη δημιουργία τους.
Γι αυτό και η ελευθερία του λόγου οδηγεί  στη δημιουργία του λόγου. Αυτό σημαίνει πως ο αγώνας για την απελευθέρωση του λόγου οδηγεί στο λόγο της ελευθερίας που είναι  η δημιουργία και η ευτυχία; Το εύδαιμον το ελεύθερον. Γιατί ο λόγος της ελευθερίας είναι ο λόγος που χτίζεται από την αρχή και  μαζί χτίζει από την αρχή τον κόσμο.
«Κοιτάξτε τα χείλη μου, λέει ο Ελύτης, από αυτά εξαρτάται ο κόσμος».
Και ο Σεφέρης:
«Στερνός σκοπός τον ποιητή, λέει, δεν είναι να περιγράφει τον κόσμο, αλλά να τον δημιουργεί ονομάζοντάς τον».
Και ο Emil Benveniste:
«Κάθε φορά που ο λόγος ξετυλίγει ένα γεγονός, κάθε φορά ο κόσμος ξαναρχίζει. Καμιά δύναμη δε θα φτάσει ποτέ αυτή τον λόγου, που δημιουργεί τόσο πολλά με τόσο λίγο».
Ύψιστη στιγμή αυτής της δήμιο αργίας είναι εξάπαντος ο ποιητικός λόγος. Η γλώσσα, τότε, αφήνει τον πεζό της βηματισμό και πιάνει τον ποιητικό χορό, για να χορέψει την ελευθερία της και την ευτυχία της. Άλλωστε ο χορός, όπως και κάθε τέχνη, είναι απελευθέρωση. Τότε η λέξη γοητεύει, και ας γυρίζει η ίδια και η ίδια. Και ας μην είναι φανταχτερή και φουντωτή. Δε σταματάς στο τριμμένο της ένδυμα. Είναι η νέα της κίνηση που σε ξαφνιάζει. Ελεύθερη από τους γήινους δεσμούς λυγάει σαν τη χορεύτρια στους ρυθμούς της νέας κάθε φοράς χορογραφίας. Την έχει αγγίξει η χάρις της ελευθερίας κι αυτήν όπως τον αγωνιστή.
Χρίστος Τσολάκης “Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική”
 ΔΙΚΤΥΟΓΡΑΦΊΑ:Αντικλείδι 

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η, γλώσσα

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η
  1. Αξία γλώσσας:
    • Αποτελεί όργανο επικοινωνίας (ανταλλαγή ιδεών, πληροφορίες, ενημέρωση…).
    • Είναι ο κύριος φορέας της ανθρώπινης σκέψης, τις οργανώνει, τις μετατρέπει σε συγκροτημένο λόγο και τις  εκφράζει.
    • Αποτελεί μέσο έκφρασης συναισθημάτων.
    • Είναι παράγοντας κοινωνικοποίησης.
    • Συντελεί στην ανάπτυξη του πολιτισμού αφού η πνευματική δημιουργία στηρίζεται σ” αυτή.
    • Συμβάλλει στην επικοινωνία των λαών.
    • Παρέχει στο άτομο τη δυνατότητα να καλλιεργήσει και να αναπτύξει τη φιλομάθειά του.
    • Βοηθά στην βίωση και μετάδοση της παράδοσης και αναδεικνύεται σε φορέα μνήμης και ιστορίας , σε παράμετρο της εθνικής ταυτότητας και συνείδησης.
    • Η γλώσσα είναι μέσο εξατομίκευσης για έναν άνθρωπο. Φανερώνει την ιδιαιτερότητά του, το προσωπικό του ύφος και τον διαφοροποιεί από τη μάζα.
  2. Το γλωσσικό πρόβλημα:
    • Χαμηλή ποιότητα στο λόγο μας.
    • Υποβάθμιση της γλώσσας μας.
    • Κρίση που μαστίζει τη γλωσσική μας επικοινωνία.
  3. Στοιχειοθέτηση γλωσσικής υποβάθμισης (Προβλήματα γλώσσας):
    • Λεξιπενία, φτωχό λεξιλόγιο
        • Βαρβαρισμοί
        • Αδυναμία ακριβούς διατύπωσης, λόγος αποσπασματικός, άχρωμος και επίπεδος
        • Βωμολοχίες, ροπή προς τη χυδαιότητα
        • Περιορισμός ζωντανού προφορικού λόγου ( κωδικοποιημένη χρήση της γλώσσας)
        • Καταιγισμός ξένων λέξεων
        • Γλωσσικός λαϊκισμός (χρήση αργκό)
        • Χρήση greeklish
      1. Αίτια της κρίσης:
        • Η παιδεία έχει χάσει το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο. Υπάρχει περιορισμός γλωσσικών μαθημάτων ενώ στο σύνολό της αυτή έχει γίνει καθαρά απομνημονευτική. Κακή οργάνωση γλωσσικής διδασκαλίας.
        • Η απομάκρυνση από την παράδοση που οδηγεί σε άκριτη υιοθέτηση ξένων λέξεων (παγκοσμιοποίηση).
        • Ο ρόλος της εικόνας (ΜΜΕ και κυρίως τηλεόραση) που απομακρύνει από το γραπτό λόγο και τη γνωριμία με τη γλώσσα ενώ προσφέρει συχνά χαμηλού γλωσσικού επιπέδου  ερεθίσματα.
        • Η μαζοποίηση και η συνθηματολογία (οι άνθρωποι μαζεύονται στις πόλεις και λειτουργούν ομοιόμορφα, χωρίς ταυτότητα. Δεν υπάρχει διάλογος).
        • Εκχυδαϊσμός  και εκβαρβαρισμός της γλώσσας στην πολιτική και στη διαφήμιση ,η οποία στηρίζει τη λειτουργία της και την αποτελεσματικότητά της στο λόγο – σλόγκαν και στη μηχανική επανάληψή του.
        • Η οικονομία του χρόνου.
      2. Μέτρα – Προτάσεις:
        • Αναβάθμιση της γλωσσικής διδασκαλίας στα σχολεία και σύνδεση της Νέας Ελληνικής με την Αρχαία γλώσσα.
        • Σωστή χρήση του λόγου των ΜΜΕ και ανάδειξη του Τύπου σε μέσου σωστής γλωσσικής αγωγής. Σχετικές εκπομπές για τη γλώσσα.
        • Δραστηριοποίηση των πνευματικών ανθρώπων αλλά και των ειδικών φορέων για τη γλωσσική καλλιέργεια.
        • Λήψη μέτρων  από την Πολιτεία για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας (π.χ δημιουργία βιβλιοθηκών).
        • Συμβολή της οικογένειας με την παροχή σωστών προτύπων και την προσπάθειά της να πείσει το παιδί να διαβάζει.
        • ΣΤΟΧΟΣ: Η γλωσσική ευαισθητοποίηση όλων μας!
      3. Γλωσσομάθεια: Η σπουδή της γλώσσας ξένων λαών.
        • Αναγκαιότητα:
          • Ανταγωνισμός σε παγκόσμιο επίπεδο.
          • Εκμηδένιση των αποστάσεων.
          • Ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας .
        • Σημασία της:
          • Πρακτικοί λόγοι επικοινωνίας.
          • Πνευματική καλλιέργεια ατόμου και ανάπτυξη κριτικής ικανότητας.
          • Εμβάθυνση σε όλους τους τομείς της γνώσης και στην ξένη βιβλιογραφία.
          • Αναγκαίο επαγγελματικό εφόδιο.
          • Γνωριμία με τον τρόπο σκέψης ,τη νοοτροπία, την κουλτούρα ενός λαού.
          • Γνωριμία του ανθρώπου με την εθνική του γλώσσα.

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

"Πολυτέλεια" η γλώσσα ή "αναγκαιότητα";


Γλῶσσα: πνευματικὴ «πολυτέλεια» ἤ ἀναγκαιότητα;
Μπορεῖ ἡ γλῶσσα ὡς σύστημα νὰ διέπεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας (γιὰ νὰ εἶναι κατακτήσιμη καὶ ἀνακλήσιμη), ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ φάσμα τῶν νοημάτων που μπορεί να δηλώσει, τὴν ἔκταση, τὴν ποικιλία, τὶς ἀποχρώσεις, τὶς πολλαπλὲς δυνατότητες καὶ διαφοροποιήσεις προοπτικῆς τοῦ μηνύματος, ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ μιὰ πνευματική «πολυτέλεια» τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἔλλειψη αὐτῆς τῆς πολυτέλειας θὰ καταντοῦσε μιὰ ἰσοπεδωμένη καὶ ἐγγενῶς ἐξισωτικὴ ἀνθρώπινη ἔκφραση ποὺ θὰ μηδένιζε τὴν προσωπικότητα τοὺ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὴν εὐτέλιζε σὲ μιὰ μηχανιστικὴ διεκπεραιωτικὴ μορφὴ ἐπικοινωνίας, ποὺ γιὰ ἄλλους λόγους (ὄχι ἰδεολογικοὺς) θὰ θύμιζε σὲ ἰσχνότητα περισσότερο τὴ «Νέα Ὁμιλία» τοῦ Orwell !
Στὴν πραγματικότητα ἡ «πολυτέλεια» αὐτὴ συνδέεται μὲ τὴ δυνατότητα ἐπιλογῶν στὴν ἐπικοινωνία μας, δηλ. μὲ τὴν ἐλευθερία τῆς σκέψης μας καὶ τὴ δυνατότητα πολλαπλῆς διαφοροποίησης, κλιμάκωσης καὶ ποικιλομορφίας τοῦ λόγου μας. Ἄρα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ πολυτέλεια μὲ τὴ συνήθη ἔννοια τοῦ ἐπιπλέον, τοῦ περιττοῦ. Εἶναι χάρισμα καὶ ἀναγνωριστικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἀπαραίτητη συνθήκη λειτουργίας τοῦ πνεύματός του, ἄρα τελικὰ ἀνάγκη καὶ ὄχι πολυτέλεια.
Ἔτσι λ.χ. ἡ ὕπαρξη συνωνύμων στὴ γλῶσσα ἢ ἡ δυνατότητα χρήσης (καὶ ἐπιλογῆς) περισσοτέρων συντακτικῶν καὶ μορφολογικῶν δομῶν δίνει ἄλλες διαστάσεις στὴν ἔκφραση, ἀλλάζει τὴν προοπτική, τὴν ὀπτικὴ γωνία τῆς δήλωσης τῶν λεγομένων ἀπὸ πλευρᾶς ὁμιλητῆ καί, γενικά, ἐνισχύει τὴν ποιότητα τῆς ἔκφρασης καὶ τοῦ λόγου. Γιατὶ ὅλες αὐτὲς οἱ δυνατότητες ἐπιλογῆς, ὅ,τι ὀνομάσαμε «πολυτέλεια», τελικὰ δηλώνουν διαφορετικὲς σημασιολογικὲς προσεγγίσεις, διαφορετικὲς ὄψεις, αντιλήψεις καὶ προοπτικὲς τοῦ γλωσσικοῦ μηνύματος, διαφορετικὲς μορφὲς τοῦ ὕφους τοῦ κάθε ὁμιλητῆ. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἡ «πολυτέλεια» στὴ γλῶσσα ὑπηρετεῖ τὴ δημιουργικότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δυνατότητά του νὰ οἰκοδομήσει τὴ δική του προσωπικὴ θέαση τῶν πραγμάτων, δηλ. τὴν ἐλευθερία του.
Ἄν δεῖ κανεὶς τὴ γλῶσσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκοπιά, ὡς μοναδικὸ προνόμιο προσωπικῆς θέασης καὶ παρουσίασης τοῦ κόσμου καί, ὡς ἐκ τούτου, ὕψιστης καὶ οὐσιαστικῆς μορφῆς ἐλευθερίας, τότε ἡ γλῶσσα δὲν ἀποτελεῖ πολυτέλεια ἀλλὰ ἀναπότρεπτη ἀναγκαιότητα τῆς ἴδιας τῆς ὑφῆς τοῦ πνεύματος, ποὺ χωρὶς αὐτή θὰ ἦταν ἕνα φρικτὸ σύνολο πληκτικῶν ἐπαναλήψεων καὶ μιὰ αὐτόματη μηχανιστικὴ διαδικασία ἀφόρητης ὁμοιογένειας.
Γ. Μπαμπινιώτης